Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

«Κοινωνική Οικονομία» το  κρυφό έλλειμμα της Χώρας.
Και η επείγουσα ανάγκη για τεθεί στην πολιτική ατζέντα.. 
Από το «Ινστιτούτο Μελετών κοινωνικής οικονομίας»


Εισαγωγή
   
Μπροστά  στη δίνη της οικονομικής κρίσης εξαιτίας του δημοσιοοικονομικού ελλείμματος κανείς δεν μιλάει επισήμως για το άλλο κρυφό έλλειμμα της «Κοινωνικής Οικονομίας» στην Ελλάδα.
Όμως εκτός από τις υπέρογκες δημόσιες δαπάνες που αποτελούν την προφανή αιτία της διόγκωσης του χρέους υπάρχουν και τα κρυφά ελλείμματα που συσσωρεύουν χρόνιες αδυναμίες διάρθρωσης στην Ελληνική οικονομία.
Το μεγάλο έλλειμμα της κοινωνικής οικονομίας για παράδειγμα είναι  μια  γενεσιουργούς αιτίες της γενικότερης κρίσης και  ταυτοχρόνως βασική ένδειξη της  μεγάλης υστέρησης της Ελλάδας έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου.  Ωστόσο, δεν διαφαίνεται πουθενά πολιτικός σχεδιασμός και οριζόντιος συντονισμός της κυβέρνησης σε αυτό το ζήτημα.
Βεβαίως αυτού του είδους τα ελλείμματα της χώρας δεν υπάρχουν κυρώσεις του ΔΝΤ και δεν πρόκειται να ζητήσει πίσω τα δανεικά, δεν είναι εμφανή και δεν  τα συνειδητοποιεί άμεσα  ο κόσμος.
Πρόκειται όμως για τον  καθοριστικό ρόλο  του τρίτου τομέα της οικονομίας που σε εποχές κρίσιμες  θα μπορούσε να συγκρατήσει την κοινωνική συνοχή.
Μολονότι, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ε,Ε. ο δείκτης αυτός αποτελεί μέρος της γενικότερης  πολιτικής ατζέντας, στην Ελλάδα το θέμα φαίνεται σαν να μην υπάρχει παρόλο που διαχειριζόμαστε σημαντικούς πόρους της Ε.Ε. για αυτό τον σκοπό. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Ελλάδα με πληθυσμό μόλις στο 1% της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβάνει το 6% περίπου των πόρων του Ευρωπαϊκού κοινωνικού Ταμείου.
Το όλο ζήτημα όμως εμφανίζεται ωσάν το πολιτικό μας σύστημα να αγνοεί αυτό το πεδίο πολιτικής και μαζί και τις δυνατότητες ανάπτυξης της κοινωνικής οικονομίας. Διαφορετικά δεν εξηγείται η αδιαφορία και η τραγική διαφορά από το μέσο όρο της Ε.Ε. που κινείται στο επίπεδο του 10% περίπου και η Ελλάδα μόλις στο 2%.
Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι  υπάρχει πλέον επιστημονική τεκμηρίωση ότι ο δείκτης ανάπτυξης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών έχει άμεση σχέση με την κοινωνική οικονομία και αυτός ο δείκτης με τη σειρά του έχει σχέση με την ανθεκτικότητα της οικονομίας και την αντιμετώπιση της κρίσης και της διαφθοράς. η Κ.τ.Π. στο βαθμό που είναι αναπτυγμένη επιβάλλει τη διαφάνεια στο δημόσιο χώρο και καλύπτει τα κενά του κράτους πρόνοιας. Αυτά τα στοιχεία είναι γνωστά αλλά ελάχιστα γίνονται για την σωστή αξιοποίηση των διαθέσιμων ανθρώπινων και οικονομικών πόρων προς αυτό το σκοπό.

Δεν είναι λοιπόν μόνον το δημοσιοοικονομικό έλλειμμα της χώρας που μας πάει πίσω ως κοινωνία, είναι το σύνολον των θεσμικών ελλειμμάτων που δεν επιτρέπουν στις συλλογικές οργανώσεις να διαδραματίσουν δημιουργικό και αναπτυξιακό  ρόλο στο τομέα προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών. Σήμερα παρά τον τεράστιο όγκο πληροφοριών, ο κατακερματισμός της πληροφόρησης και του κοινωνικού ιστού μειώνει τις δυνατότητες αυτοοργάνωσης και ανάπτυξης της κοινωνικής συμμετοχής και κοινωνικής επιχειρηματικότητας.
Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, έχοντας η χώρα εισαχθεί σε μία κατάσταση αποπληθωρισμού γίνεται φανερό ότι τα αναγκαία μέτρα εξυγίανσης που οδηγούν στο περιορισμό του δημοσίου χρέους αναγκαστικά οδηγούν και στο περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας σε ένα σημαντικό τμήμα της αγοράς που ασφυκτιά από έλλειμμα ρευστότητας, άλλα και στο περιορισμό της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα.

Αυτή η εξέλιξη σε συνδυασμό με την επιβεβλημένη συρρίκνωση, μέσα από το πρόγραμμα σταθερότητας αναμένεται να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις στην απασχόληση και το κοινωνικό εισόδημα, και ενδεχομένως ένα εκρηκτικό μείγμα ανεξέλεγκτων κοινωνικών πιέσεων στο μέλλον.

Σε τέτοιες συνθήκες ο ενδιάμεσος χώρος / τρίτος τομέας και η ανάπτυξη του είναι ένα σημαντικός τομέας όχι απλά για την απορρόφηση των κραδασμών και πιέσεων αλλά για παρεμβάσεις στην ρίζα της γενεσιουργού αιτίας της κρίσης. Δηλαδή στο περιορισμό του γιγαντισμού του κράτους που έχει δημιουργήσει το δημόσιο οικονομικό έλλειμμα με την κάλυψη από δραστηριότητες του τρίτου τομέα προσφέροντας υπηρεσίες κοινωνικής αλληλεγγύης που δεν μπορεί να παρέχει πλέον το κράτος.

Μέσω της κρίσης είμαστε αναγκασμένοι να καταλάβουμε ότι δεν αρκεί μόνον η οργάνωση του κράτους και η συντεχνιακή οργάνωση της κοινωνίας, χρειάζεται η κινητοποίηση της συντεταγμένης κοινωνίας πολιτών. Και η συντεταγμένη κοινωνία των πολιτών μπορεί να προκύψει, μέσα από την κινηματική λογική, την ενότητα και την οριζόντια οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών. Η ενίσχυση του τρίτου τομέα συγκροτεί το νέο κοινωνικό κεφάλαιο με ανθρώπινες οικουμενικές αξίες, δίνοντας λύση μέσα από την κοινωνική οικονομία στην αντιμετώπιση της φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Η ενίσχυση του τρίτου τομέα συγκροτεί το νέο κοινωνικό κεφάλαιο με ανθρώπινες οικουμενικές αξίες, δίνοντας λύση μέσα από την κοινωνική οικονομία στην αντιμετώπιση της φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Το μήνυμα είναι o συνδυασμός της κοινωνική οικονομία με την συμμετοχική δημοκρατία και πράσινη ανάπτυξη για όλους.


Η κοινωνική οικονομία είναι δείκτης κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Δείκτης συμπληρωματικότητας και ανθεκτικότητας. Είναι ο τομέας που δημιουργεί θέσεις εργασίας σε συνθήκες κρίσης και είναι αποδεδειγμένο ότι χρειάζεται πολιτικός σχεδιασμός και οριζόντιος συντονισμός κάτι που ποτέ δεν υπήρξε.


Βεβαίως, πρέπει να επισημάνουμε ότι η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας δεν είναι άμεσης αλλά μακροπρόθεσμης απόδοσης στο διαρθρωτικό πρόβλημα της οικονομίας. Η κυβέρνηση όφειλε να πάρει άμεσα μέτρα στη παρούσα φάση αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει ταυτόχρονα να συζητούνται και τα μακροπρόθεσμα μέτρα αντιμετώπισης των διαρθρωτικών ζητημάτων της οικονομίας.

Από την στιγμή όμως που η οικονομία μπαίνει αναγκαστικά στην διαδικασία του αποπληθωρισμού με την ανεργία σε άνοδο και μείωση των αποδοχών στις συντάξεις, η κοινωνική οικονομία ως πολιτικό ζήτημα θα έπρεπε να είναι στην καθημερινή ημερήσια διάταξη.

Η εικόνα στο κέντρο της πρωτεύουσας και μόνον δείχνει πόσο αναγκαία και επείγουσα είναι η ανάγκη πολίτικου σχεδιασμού της κοινωνικής οικονομίας.

Εντούτοις, παρατηρείται μόνον η αποσπασματική αντιμετώπιση του από την κυβέρνηση. Αλλά πλήρης αμηχανία στο κόμμα το οποίο ούτε καν έχει τεθεί ως θέμα. Αλλά για να είμαστε δίκαιοι κανένα άλλο κόμμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Αντίστοιχα η «πράσινη ανάπτυξη» εμφανίζεται ως πολιτική προτεραιότητα δεν έχει ακόμα συνδεθεί με την κοινωνική οικονομία και τα κοινωνικά δίκτυα, και αυτός είναι ο λόγος που στερείται μια απαραίτητης κοινωνικής δυναμικής.

Ακόμα και στα προγράμματα του ΕΣΠΑ δεν υπάρχει συνολικός σχεδιασμός και συντονισμός σε μέτρα και πολίτες.

Πολλοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν επισημάνει ειδικότερα την πράσινη ανάπτυξη το έλλειμμα του οριζόντιου συντονισμού αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με ένα γενικότερο πρόβλημα πολιτικού σχεδιασμού στο ζήτημα της κοινωνικής.



Ο τρίτος τομέας

Στο δυτικό κόσμο η κοινωνική οικονομία είναι μια πραγματικότητα που το πολιτικό σύστημα και το κράτος και οι κυβερνήσεις είναι αναγκασμένες να σχεδιάσουν πολιτικές. Στην Ελλάδα αυτό το έλλειμμα έχει αποσιωπηθεί. Είναι ο τρίτος τομέας ανάμεσα σε κράτος και αγορά, ο τρίτος τομέας αποτελεί τον τρίτο πυλώνα της οικονομίας και είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την Κοινωνία των Πολιτών.

Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό με τον οποίο χαρακτηρίζεται η Κοινωνική Οικονομία περιλαμβάνει όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας που αναλαμβάνεται από μη κερδοσκοπικούς, μη κυβερνητικούς οργανισμούς, κοινωνικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς και διάφορους τύπους ενώσεων, οι οποίες στηρίζονται στην αυτοοργάνωση των πολιτών και στην εθελοντική προσφορά υπηρεσιών στη βάση της αλληλεγγύης και της συνεργασίας.

Ο τομέας αυτός που αναπτύσσεται από τα κάτω επιχειρεί να καλύψει τους «κενούς χώρους» που αφήνουν μεγάλα τμήματα της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, συνήθως κοινωνικού χαρακτήρα, των οποίων η παραγωγή και η διάθεση από τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς κρίνεται ασύμφορη, η δε παροχή τους από το κράτος πολλές φορές ανέφικτη.

Έτσι αντικειμενικά δημιουργείται ένα κενό οικονομικής δραστηριότητας και απασχόλησης το οποίο καλύπτεται από τις μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και κοινωνικούς οργανισμούς. Υποκείμενο κινητοποίησης  αυτής της επιχειρηματικότητας είναι οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών. Στο χώρο αυτό υπάρχει ένας τόπος συνάντησης για την αναπαραγωγή της κουλτούρας σε όλες της τις μορφές. Είναι ο τόπος όπου οι άνθρωποι συμμετέχουν στο «βαθύ παιχνίδι» της δημιουργίας του κοινωνικού κεφαλαίου και κατασκευάζουν κώδικες και κανόνες συμπεριφοράς. Η κουλτούρα βρίσκεται εκεί όπου βασιλεύουν οι εγγενείς αξίες. Η κοινωνία των πολιτών είναι το φόρουμ όπου εκφράζεται η κουλτούρα και είναι ο αρχέγονος τομέας της ανθρώπινης ζωής.
Αυτές οι λειτουργίες δεν μπορεί να αγνοούνται από την σύγχρονη πολιτική.
Κοινωνική αλληλεγγύη είτε με αυθόρμητο τρόπο, είτε με συνειδητό σχέδιο από ενώσεις και δίκτυα είναι η κινητήρια δύναμη αυτής της επιχειρηματικότητας. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι  παρά τη σημασία που έχει η κοινωνία των πολιτών για την κοινωνική ζωή, αυτή η σφαίρα δραστηριότητας, στη μοντέρνα εποχή, περιθωριοποιήθηκε από τις δυνάμεις της αγοράς και την κυβέρνηση του έθνους-κράτους. Οικονομολόγοι και ηγέτες επιχειρήσεων, ιδιαίτερα, έφτασαν να βλέπουν την αγορά ως πρώτο τη τάξει θεσμό στις ανθρώπινες υποθέσεις
Η κοινωνική οικονομία αναδυθηκε στο δυτικό κόσμο χωρίς την επίσημη αρχική αναγνώριση.
Τα τελευταία όμως είκοσι χρόνια και με την δύναμη των νέων τεχνολογιών οριζόντιας επικοινωνίας στο τρίτο τομέα υπήρξε μια αλματώδης ανάπτυξη. Η κοινωνική οικονομία είναι παντού παρούσα και μια από τις αναγνωρισμένες πολιτικές της ΕΕ.
 Οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί κοινωνικής οικονομίας, είναι κυρίως ενεργοί στους ακόλουθους τομείς: κοινωνική ασφάλιση, κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υγείας, ασφαλιστικές υπηρεσίες, τραπεζικές υπηρεσίες, τοπικές υπηρεσίες, εκπαιδευτικό σύστημα, εκπαίδευση και έρευνα, κοινωνικό τουρισμό, ενέργεια, υπηρεσίες καταναλωτή, βιομηχανική και αγροτική παραγωγή, χειροτεχνία, δόμηση, αστικό περιβάλλον και συνεταιρισμοί στέγασης, συνεταιριστική εργασία καθώς επίσης και στους τομείς του πολιτισμού, των σπορ και του ελεύθερου χρόνου, είναι τομείς που βρίσκει έδαφος η ανάπτυξη κοινωνικής οικονομίας.

Στην Ελλάδα ο τομέας της κοινωνικής οικονομίας στην πραγματικότητα δεν εμφανίζεται σε καμία από τις επίσημες στατιστικές ως διακριτή κατηγορία. Ωστόσο σύμφωνα με τα στόχευα που υπάρχουν ο τρίτος τομέας στην Ελλάδα εκτιμάται ότι απασχολεί περίπου το 2% του συνόλου των εργαζόμενων, μέγεθος μικρό σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.


Κοινωνική Οικονομία στην Ευρώπη

Στην Ευρώπη η κοινωνική οικονομία αντιπροσωπεύει 10% των επιχειρήσεων, που σημαίνει 2.000.000 επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 20.000.000 εργαζομένους ή με άλλα λόγια, το 10% όλων των επαγγελμάτων.
Αυτό είναι ένα κρίσιμο μέγεθος για την κοινωνική συνοχή καθώς πρόκειται κυρίως για αγαθά και υπηρεσίες που έχουν να κάνουν με κοινωνικές αδύναμες ομάδες.

Για παράδειγμα:

Στην Ισπανία, το 5% του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) και το 10% της απασχόλησης που σημαίνει ένα σύνολο 1,2 εκατομμύρια ανθρώπους ;
Στην Αγγλία ο τρίτος τομέας αποτελεί μια πραγματική οικονομική δύναμη με 865,000 οργανώσεις και ένα εργατικό δυναμικό που φτάνει τα 1,35 εκατομμύρια εργαζόμενους, 6,4% της συνολικής απασχόλησης, και συνολικό ετήσιο εισόδημα £108.9 δις. Εξ' αυτών οι 55.000 είναι κοινωνικές επιχειρήσεις (Social Enterprises). Το 2005 δημιουργήθηκε για πρώτη φορά εδώ και 100 χρόνια νέα νομική μορφή εταιρείας, η λεγόμενη «Community Interest Company» (cic) και τον Ιούλιο του 2008 λειτουργούσαν ήδη 233 τέτοιες επιχειρήσεις με ένα εισόδημα ύψους 161 εκ λιρών το χρόνο και 957 άτομα προσωπικό.

Για την κοινωνικής οικονομία υπάρχει κυβερνητικός σχεδιασμός με συγκεκριμένο πρόγραμμα.

Στις Σκανδιναβικές χώρες αντίστοιχα οι συνεταιρισμοί κοινωνικών σκοπών και ανθρωπιστικής αποστολής αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του επίσημου κοινωνικού κράτους, ενώ στις ΗΠΑ ο τομέας αυξάνει συνεχώς την παραγωγή προστιθέμενης αξίας στους κλάδους υγείας, εκπαίδευσης, κοινωνικών υπηρεσιών, έρευνας και τεχνολογίας με έμφαση στην πράσινη ανάπτυξη, ψυχαγωγίας και πολιτισμού.

Χαρακτηριστικά προγράμματα είναι:

Στη Γαλλία υπάρχουν 760.000 επιχειρήσεις που σημαίνει περίπου 2 εκατομμύρια μισθωτούς υπαλλήλους;

Υπάρχουν επίσης, τα Αλληλοβοηθητικά/Αυτοδιαχειριζόμενα Ταμεία Υγείας που είναι μέλη της ΑΙΜ (Διεθνής Ένωση Αλληλοβοηθητικών/Αυτοδιαχειριζόμενων Ταμείων Υγείας) παρέχουν κοινωνική κάλυψη σε περισσότερους από 150 εκατομμύρια ανθρώπους ;
Τα μέλη της AMICE (Ένωση Αλληλοβοηθητικών Συνεταιρισμών Ασφαλιστών και Ασφάλισης στην Ευρώπη) απασχολούν άμεσα πάνω από 320.000 άτομα και ασφαλίζουν πάνω από 100 εκατομμύρια μέλη έχοντας μερίδιο στην Ευρωπαϊκή ασφαλιστική αγορά πάνω από το 20% ;
Οι Συνεταιρισμοί που αντιπροσωπεύονται  από την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία «Συνεταιρισμού Ευρώπης» περιλαμβάνουν 250.000 συνεταιριστικές επιχειρήσεις,
163 εκατομμύρια μέλη και 5,4 εκατομμύρια υπαλλήλους ;
Οι Σύλλογοι, που ομοσπονδοποιήθηκαν μέσω του CEDAG  (Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Εθελοντικών Οργανισμών), σχηματίζουν ένα δίκτυο με περισσότερους από 50.000 συλλόγους και 9 εκατομμύρια μέλη ;
Τα Ιδρύματα εκπροσωπούνται από την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία «ΕFC» που ενώνει τα μέλη ιδρυμάτων περισσοτέρων από 30 χωρών στην Ευρώπη, με συνολικό ενεργητικό 111 δις ευρώ, και που υποστηρίζει μία σειρά οργανισμών και υπηρεσιών γενικού συμφέροντος.
Τον Ιανουάριο του 2008 η Διάσκεψη αυτή μετονομάστηκε σε Κοινωνική Οικονομία Ευρώπης.
Αυτό που διαπιστώνεται από μια σχετική έρευνα οι χώρες της Ευρώπης υπερηφανεύονται ότι σήμερα το δικό τους επίπεδο απασχόλησης στον «μη κερδοσκοπικό τομέα» υπερβαίνει εκείνο των ΗΠΑ. Στην Ολλανδία, το 12,6% της συνολικής επί πληρωμή απασχόλησης αντιστοιχεί στον μη κερδοσκοπικό τομέα. Στην Ιρλανδία το 11,5% όλων των εργαζομένων απασχολείται στον μη κερδοσκοπικό τομέα επίσης, και στο Βέλγιο αυτό το ποσοστό είναι 10,5%. Στην Αγγλία, το 6,2% του εργατικού δυναμικού απασχολείται στον μη κερδοσκοπικό τομέα και στη Γαλλία και τη Γερμανία αυτό το ποσοστό είναι της τάξης του 4,9%. Η Ιταλία έχει περισσότερες από 220.000 μη κερδοσκοπικές οργανώσεις και ο μη κερδοσκοπικός τομέας μετρά πάνω από 630.000 πλήρως απασχολούμενους εργαζόμενους.

Πρόκειται για αναπόσπαστο κομμάτι του Ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου και παίζει σημαντικό ρόλο στους στόχους της Ευρωπαϊκής πολιτικής, κυρίως στην εργασία, την κοινωνική συνοχή, το επιχειρηματικό πνεύμα, τη διοίκηση, την κοινωνική ανάπτυξη κτλ... τομείς στους οποίους συνεισφέρει ενεργά.
Η κοινωνική οικονομία είναι παρούσα σε διαφορετικές μορφές, σε όλα τα επίπεδα, εθνικά και ευρωπαϊκά, αλλά οι ρίζες της είναι τοπικές.
Η κοινωνική οικονομία δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής, όπως, για παράδειγμα, στην αύξηση της παραγωγής, όχι μόνο μέσω υψηλού αριθμού απασχολημένων, αλλά και μέσω νέων τεχνολογιών. Συμβάλλει, επίσης, στην κοινωνική συνοχή των ευάλωτων τομέων της κοινωνίας.
Η δυμανικη της ανάπτυξης του τρίτου τομέα χαρακτηρίζεται με το να συνδέει τους οικονομικούς και τους κοινωνικούς φορείς, με το να εδραιώνει συνεργασίες με το δημόσιο τομέα, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα σωματεία με σκοπό την επίτευξη μεγαλύτερης συνοχής, η κοινωνική οικονομία βοηθά τις επιχειρήσεις να αποκτήσουν μία τοπική πρόσβαση στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Από την άλλη πλευρά διαπιστώνεται ότι οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών δίνουν τη δύναμη στους πολίτες να διεκδικήσουν τα συμφέροντά τους σ’ έναν κόσμο που οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις πιθανότατα δεν πρόκειται να τα φροντίσουν.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980  ο όρος κοινωνική οικονομία είτε αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά τους γνωστούς σε όλους συνεταιρισμούς είτε χρησιμοποιείτο αφηρημένα για να περιγράψει μια οικονομία με πιο ανθρώπινο και πιο κοινωνικό χαρακτήρα. Σε επίσημα κείμενα  εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Γαλλία, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 και χρησιμοποιήθηκε από τους σοσιαλιστές για πολιτικούς και ιδεολογικούς σκοπούς.  Στα επόμενα χρόνια, αρχίζουν σταδιακά, μέσα από την ίδια την κοινωνία και τις δράσεις χιλιάδων οργανώσεων, να προκύπτουν λύσεις – απάντηση στις ατέλειες του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, αλλά και των κενών της δημοκρατίας και να πηγάζουν πρωτοβουλίες που υποκαθιστούν τη κοινωνική λειτουργία του κράτους, με συνέπεια την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Το 1989 ο όρος κοινωνική οικονομία αναφέρεται πλέον σ’ ένα ευρύτερο πεδίο επίσημων ή άτυπων οργανώσεων όπως σωματεία, συνεταιρισμούς, μη κυβερνητικές οργανώσεις, ταμεία αλληλασφάλισης κλπ κι ιδρύεται η μονάδα Κοινωνικής Οικονομίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Ο ξεχασμένος τομέας

Η κοινωνία των πολιτών είναι η σφαίρα δράσης που βρίσκεται ανάμεσα στην αγορά και την κυβέρνηση. Συντίθεται από όλες τις δραστηριότητες που συγκροτούν την πολιτική ζωή των ατόμων και των κοινοτήτων τους. Η κοινωνία των πολιτών συμπεριλαμβάνει τους θρησκευτικούς θεσμούς, τις τέχνες, την εκπαίδευση, την ιατρική μέριμνα, τον αθλητισμό, τη συλλογική αναψυχή και την ψυχαγωγία, την κοινωνική και περιβαλλοντική δραστηριότητα, τις σχέσεις γειτονίας και άλλες δραστηριότητες των οποίων η λειτουργία είναι να δημιουργούν κοινοτικούς δεσμούς και κοινωνική συνοχή. Η κοινωνία των πολιτών είναι ο τόπος συνάντησης για την αναπαραγωγή της κουλτούρας σε όλες της τις μορφές. Είναι ο τόπος όπου οι άνθρωποι συμμετέχουν στο «βαθύ παιχνίδι» της δημιουργίας του κοινωνικού κεφαλαίου και κατασκευάζουν κώδικες και κανόνες συμπεριφοράς. Η κουλτούρα βρίσκεται εκεί όπου βασιλεύουν οι εγγενείς αξίες. Η κοινωνία των πολιτών είναι το φόρουμ όπου εκφράζεται η κουλτούρα και είναι ο αρχέγονος τομέας της ανθρώπινης ζωής.
Παρά τη σημασία που έχει η κοινωνία των πολιτών για την κοινωνική ζωή, αυτή η σφαίρα δραστηριότητας, στη μοντέρνα εποχή, περιθωριοποιήθηκε από τις δυνάμεις της αγοράς και την κυβέρνηση του έθνους-κράτους. Οικονομολόγοι και ηγέτες επιχειρήσεων, ιδιαίτερα, έφτασαν να βλέπουν την αγορά ως πρώτο τη τάξει θεσμό στις ανθρώπινες υποθέσεις. Οι θεωρητικοί του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού εξίσου υποστηρίζουν ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι, στον πυρήνα της, υλιστική και ωφελιμιστική και ότι οι ηθικές αξίες και οι πολιτισμικοί κανόνες μιας κοινωνίας αποτελούν παράγωγα του οικονομικού της προσανατολισμού – ή όπως το λέει η Μαντόνα «Ζούμε στον κόσμο της ύλης και εγώ είμαι ένα κορίτσι φτιαγμένο από ύλη».
Jeremy  Rifkin


Η Διεθνής Εμπειρία
Υπολογίζεται ότι η Κοινωνική Οικονομία στην Ε.Ε. αντιπροσωπεύει το 8% των επιχειρήσεων, απασχολώντας περίπου 9 εκατομμύρια εργαζομένους, αντιπροσωπεύοντας το 7.9% της συνολικής απασχόλησης. Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα και την Πορτογαλία οι κοινωνικές επιχειρήσεις καλύπτουν μόλις το 1% με 2,5% της συνολικής απασχόλησης ενώ αντίθετα σε χώρες, όπως η Δανία, η Γαλλία κι η Ολλανδία το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 12,5% , 14,3% και 15%.
Ήδη από το 1994, στο 10ο κεφάλαιο της Λευκής Βίβλου που έχει συντάξει η Ε.Ε. για την «Ανάπτυξη, την Ανταγωνιστικότητα και την Απασχόληση» καταφαίνεται ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η κοινωνική οικονομία στην προώθηση της βελτίωσης της ποιότητας της ζωής των πολιτών.
Σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία υπάρχουν έθιμα, πρότυπα συμπεριφοράς αλλά και δίκτυα αξιών που προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, σκεφτόμαστε, αποφασίζουμε, δρούμε, και λύνουμε τα προβλήματα της καθημερινότητάς μας, εξασφαλίζοντας τροφή, ένδυση, στέγη κι όσα άλλα αγαθά κι υπηρεσίες χρειαζόμαστε. Όμως, είτε μας αρέσει είτε όχι, τελικά τα πάντα, αποτιμώνται σε χρήμα με αποτέλεσμα να αποτελούν, χωρίς εξαιρέσεις, αντικείμενα οικονομικών συνδιαλλαγών και να γίνονται σχεδόν απαγορευμένα για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που δεν έχει το χρήμα για να τα αγοράσει, αφού το χρήμα, ως μέσο συναλλαγής, ολοένα κι εξαφανίζεται από τα χέρια των παραγωγικών τάξεων και μαζεύεται στα χέρια λίγων που το σωρεύουν και εκμεταλλεύονται τους τόκους, χωρίς φυσικά να το επιστρέφουν πίσω στην αγορά μέσα από την κατανάλωση, αφού όσα κι αν ξοδέψουν, αυτά που μένουν αποταμιευμένα είναι πάντα πολύ, μα πολύ περισσότερα. Σήμερα, το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού της γης, μοιράζεται  το 86% του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (Α.Ε.Π.) -κι αν αυτό δεν γίνεται αντιληπτό σαν έννοια- αναλογιστείτε ότι μόνον ο Μπιλ Γκέιτς έχει περιουσία, μεγαλύτερη από το ακαθάριστο εθνικό προϊόν της Πορτογαλίας!  Ο οικονομολόγος Silvio Gesell (Σύλβιο Γκέσελ) στο βιβλίο του «Φυσική Τάξη» υποστηρίζει ότι όταν το χρήμα δεν κυκλοφορεί αλλά αποθησαυρίζεται η οικονομία παραπαίει. Ενώ αντίθετα, όταν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι, έχουν στα χέρια τους για να καταναλώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο χρήμα, η Οικονομία -και κατά συνέπεια η κοινωνία- έχουν υγιή ανάπτυξη κι ευημερία.

Η δραστική μείωση του διαχειριστικού κόστους είναι ο άσσος στο μανίκι  των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών.  Η συνειδητοποιημένη κι υπεύθυνη  εθελοντική προσφορά, η διευρυμένη συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων και τη διαμόρφωση δράσεων, η άμεση αλληλεπίδραση  με τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους – αποδέκτες των προσφερομένων υπηρεσιών, ο κοινωνικός έλεγχος της εργασίας που γίνεται πολύ αποδοτικότερη, καθώς ο υπάλληλος/εργαζόμενος λογοδοτεί άμεσα στην τοπική κοινωνία αποτελούν τα δυνατά σημεία της κοινωνικής οικονομίας γενικά και των Οργανώσεων της Κοινωνίας  Πολιτών ειδικότερα. Έτσι η κοινωνική προσφορά μετατρέπεται  σε βιώσιμη οικονομική δράση μέσω της οποίας δημιουργούνται θέσεις εργασίας και διευκολύνεται η κίνηση του χρήματος στην τοπική αγορά και κοινωνία.


Η εξέλιξη της Κοινωνικής Οικονομίας:
Η κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία δεν γεννήθηκε πρόσφατα επειδή τώρα συζητείτε αυτός ο όρος. Υπήρχε με τη μορφή της αχρήματης οικονομίας και συναλλαγών στις παραδοσιακές κοινωνίες . Υπήρχε με τη μορφή της φιλανθρωπίας και του εθελοντισμού. Στις σύγχρονες όμως οικονομίες συνδέεται με την κοινωνική επιχειρηματικότητα και την δημιουργία θέσεων απασχόλησης.
Στις παραδοσιακές αγροτικές οικονομίες υπήρχε πάντα μια άτυπη μορφή ανταλλαγών σε είδος, εργασία και μέσα παραγωγής, που διευκόλυνε τους χωρικούς στις ανταλλαγές τους που είχαν αντικειμενικά πολύ περιορισμένα χρήματα. Αντάλλαζαν, έτσι, όχι μόνο προϊόντα, αλλά και χρόνο εργασίας μεταξύ τους. Προσέφεραν εθελοντική εργασία για κοινά έργα για τα οποία δε γινόταν βέβαια καμιά καταγραφή. Μόνο στα μοναστήρια υπήρχε μια μορφή πολλές φορές οργάνωσης της κοινωνικής προσφοράς και φιλανθρωπίας, όπως συνεχίζει σήμερα με το παράδειγμα της η Μητρόπολη της Ηλείας π.χ γηροκομεία, ορφανοτροφεία και περίθαλψη των φτωχών.
Σήμερα όμως, υπάρχει η θεσμική κοινωνική οικονομία της αλληλεγγύης μέσω των κοινωνικών επιχειρήσεων του μη κερδοσκοπικού τομέα που δημιουργεί διαρκή απασχόληση και εισοδήματα για τους εργαζομένους ή τους συναιτεριζόμενους και αυτό το ονομάζουμε κοινωνική επιχειρηματικότητα. Ο καθηγητής κ Βλιάμος που εισήγαγε το θέμα αυτό στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, θα είναι εισηγητής αργότερα σε αυτό το συνέδριο και πιστεύω θα μας διαφωτίσει περισσότερο. Αυτό που θα ήθελα εγώ να επισημάνω είναι ότι πρόκειται για ένα αναγνωρισμένο κλάδο σε ευρωπαϊκό επίπεδο με χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και άλλεςκοινοτικές πρωτοβουλίες για την δια βίου μάθσητην απασχόλησητον πολιτισμό και το περιβάλλον.. Στην Αγγλία υπάρχει Υφυπουργείο κοινωνικής οικονομίας. Στη Γερμανία στο σύνολο της οικονομίας υπάρχει και η διάσταση της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται.
Έτσι ως κοινωνική οικονομία αναγνωρίζεται η αλληλέγγυα οικονομία, που είναι ένας άλλος χώρος οικονομικής δραστηριότητας, πέρα από την ανταγωνιστική οικονομία και μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά για το εισόδημα και την απασχόληση / για την αντιμετώπιση της ανεργίας και της δυσπραγίας και της φτώχειας.

Αν θέλουμε να αναφερθούμε σε άλλα χαρακτηριστικά κοινωνική οικονομία είναι πολλαπλασιαστής της κοινωνικής υπευθυνότητας, απέναντι στον κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Πολλαπλασιάζει τους πόρους για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού. Λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής, και ως ταμιευτήρας της αλληλεγγύης και των πόρων που προέρχονται από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, για να γίνουν επενδύσεις σε τομείς που είναι κοινωνικά αναγκαίοι. Σε τομείς που δεν προσφέρουν ισχυρό κίνητρο κέρδους για να προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις, αλλά σε πραγματιστική βάση προσφέρουν εισοδήματα στους κοινωνικά αδύναμους.

Ένα άλλο πλεονέκτημα της κοινωνικής οικονομίας είναι ότι στηρίζεται στην αλληλεγγύη των κοινωνικών δικτύων.

Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν αποστολή τις καλες πρακτικές. Μειώνουν το κόστος συναλλαγών. Λειτουργούν ως ταμιευτήρες κοινωνικού κεφαλαίου. Λειτουργούν υπέρ της κοινωνικοποίησης της γνώσης τεχνογνωσίας. και δρουν τελικά ως προπομπός της κοινωνικής και πράσινης επιχειρηματικότητας. Συμβάλλουν στον εκδημοκρατισμό της πληροφορίας και της ενέργειας. Κατευθύνουν τις επενδύσεις προς την περιφέρεια και τους κοινωνικά αναγκαίους σκοπούς. Συγκροτούν Κοινωνικό Κεφάλαιο σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Αναδεικνύουν νέους κοινωνικούς πόρους συλλογικής ευφυΐας προς όφελος της οικονομικής βιωσιμότητας των συστημάτων.
Ένα παράδειγμα είναι οι κοινότητες ανοικτού λογισμικού που προσφέρουν δωρεάν γνώση και εργαλεία γνώσης και διάχυσης πληροφορίας, προκαλώντας στο τομέα αυτό μια επανάσταση στην κοινωνικοποίηση της γνώσης.

Τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής οικονομίας, πηγάζουν από τον εθελοντισμό, την κοινωνική πρωτοβουλία και τις καινοτομίες που εισάγει στο σύστημα και το εμπλουτίζει προς όφελος των πολλών.
Η κοινωνική οικονομία επομένως έχει το ηθικό πλεονέκτημα γιατί, επενδύει σε αγαθά και υπηρεσίες κοινωνικής αλληλεγγύης, επενδύει στον άνθρωπο και το περιβάλλον, σε τομείς που μπορούν να παραχθούν αγαθά και υπηρεσίες ακόμη και όταν απουσιάζει το κέρδος αλλά είναι αναγκαίοι για τη βιωσιμότητα του συνόλου της οικονομίας.
Αντλεί πόρους για επενδύσεις από δωρεές, χορηγίες και την εταιρική υπευθυνότητα. Βασίζεται στην κοινωνική υπευθυνότητα του πολίτη αλλά και των επιχειρήσεων.
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα σήμερα από ιδρύματα (foundations) που λειτουργούν ως εκπαιδευτικά ιδρύματα, νοσοκομεία και αναλαμβάνουν μεγάλες ανθρωπιστικές αποστολές, αλλά και χιλιάδες μικρές συλλογικότητες που προσφέρουν υπηρεσίες με πολύ μικρό κόστος συνδυάζοντας τον εθελοντισμό με την λειτουργία μη κερδοσκοπικών εταιριών.

Η κοινωνική οικονομία προτάσσει την αειφορική διάσταση της εππιχειρηματικότητας κυρίως για την βιωσιμότητα των αστικών κέντρων. Συμβάλει στην οικοδόμηση νέων σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων προκειμένου να αναλάβουν επενδυτικές πρωτοβουλίες.
Με όλα αυτά τα πλεονεκτήματα μπορεί να θέσει σε κίνηση παραγωγικές διαδικασίες σε εποχές που ο κερδοσκοπικός τομέας και το κράτος βρίσκονται σε ακινησία, ιδιαίτερα εκεί που πρέπει να αντιμετωπιστεί η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός.

Η κοινωνική οικονομία δεν είναι μια επινόηση εκ των άνω της πολιτικής. Δεν είναι ιδεολόγημα παράγωγο μιας μεγάλης ιδεολογικής θεωρίας .Την συναντάμε μπροστά μας ως  κατάσταση ανάγκης, κάθε μέρα σε διάφορες μορφές. Την συναντάμε σε πρωτοβουλίες για κοινωφελή έργα, αγαθά και υπηρεσίες. Την συναντάμε ως οργάνωση της αλληλεγγύης που καταλήγει σε κοινωνική επιχειρηματικότητα. Με στόχο την διαρκή της αποτελεσματικότητα. Στον πολιτισμό το περιβάλλον  και την παιδεία. Τώρα, η οικονομική κρίση και η εξάπλωση της φτώχειας την καθιστά αναγκαία προϋπόθεση για ρεαλιστικές λύσεις.
Έτσι συμβάλλει στην αντιμετώπιση της ανεργίας με την δημιουργία απασχόλησης, συμβάλλει στην αναδιανομή του εισοδήματος.
Σε κάθε περίπτωση κινητήρια δύναμη της κοινωνικής οικονομίας αλλά και της πράσινης ανάπτυξης είναι οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Το κοινωνικό κεφάλαιο που προκύπτει από την οριζόντια συνεργασία και τα κοινωνικά δίκτυα.




Συνοπτικά τα πλεονεκτήματα της Κοινωνικής Οικονομίας είναι

Η κοινωνική οικονομία θέτει ένα ηθικό πρόταγμα το οποίο είναι συγκριτικό πλεονέκτημα για την ανάκτηση δυνάμεων και πρωτοβουλιών μέσα από την κοινωνία.

Βασίζεται στην κοινωνική υπευθυνότητα του πολίτη αλλά και των επιχειρήσεων.

Περιορίζει την σπατάλη των υλικών και αναδεικνύει νέες δυνατότητες.

Προτάσσει την αειφορική διάσταση κυρίως για την βιωσιμότητα των αστικών κέντρων.

Αλληλέγγυα Κοινωνική Οικονομία

Η αύξηση των ποσοστών της ανεργίας και της φτώχειας στην Ευρώπη είχε ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων και την εμφάνιση νέων μορφών κοινωνικών επιχειρήσεων καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού και φορέων καινοτομιών, ως αντιστάθμισμα κάλυψης νέων αναγκών, ενόψει μάλιστα της αδυναμίας των κρατών να σχεδιάσουν αποτελεσματικές πολιτικές. Η παρατεταμένη κρίση του Κράτους Πρόνοιας επέτρεψε την άνοδο μιας νέας μορφής κοινωνικής οικονομίας επονομαζόμενη «οικονομία της αλληλεγγύης». Μιλάμε λοιπόν για μια μορφή κοινωνικής οικονομίας προσανατολιζόμενης στις πρωτοβουλίες εκείνες που αφορούν στην τοπική ανάπτυξη, στην επανενσωμάτωση μακροχρόνια ανέργων και στην καταπολέμηση του αποκλεισμού.
.
Οι επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας ή επιχειρήσεις της αλληλεγγύης, έχοντας ως χαρακτηριστικό την καινοτομία, επεκτάθηκαν σε νέα πεδία όπως σε υπηρεσίες γειτνίασης, αναδόμησης προβληματικών συνοικιών, βοήθειας ηλικιωμένων ατόμων και των ατόμων με ειδικές ανάγκες, επαγγελματικής ενσωμάτωσης ατόμων χαμηλού μορφωτικού επιπέδου καθώς και στο εμπόριο, την ηθική και αλληλέγγυα χρηματοδότηση, την περιβαντολλογική διαχείριση αποβλήτων κα.
Η κοινωνική οικονομία απέβλεπε περισσότερο στην πραγματοποίηση των στόχων της κοινωνικής πολιτικής ή της πολιτικής της απασχόλησης[1]. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η ιδιαιτερότητα ως προς τη διαχείρισή τους, οδήγησε στη δημιουργία της προσδοκίας μιας ανώτερης δυνατότητας από εκείνης του Κράτους όσον αφορά στην παροχή υπηρεσιών γενικού οφέλους με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Αυτό το σημείο ξεχωρίζει άλλωστε και στην έκθεση της η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Ποιος δηλαδή θα πρέπει να είναι ο ρόλος της κοινωνικής οικονομίας εφόσον επωφελείται των κρατικών επιχορηγήσεων.



Συμβάλει στην οικοδόμηση νέων σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

Η «κοινωνική οικονομία» ως συγκροτημένη και αναγκαία στρατηγική κατεύθυνση, διαμορφώθηκε στη Διάσκεψη υπουργών Κοινωνικής Πολιτικής των κρατών μελών του ΟΟΣΑ τον Ιούνιο του 1998. Πυρήνας της κατεύθυνσης που έδωσε η Διάσκεψη είναι να δημιουργηθεί «το κράτος το οποίο ρυθμίζει το κοινωνικό περιβάλλον αντί του κράτους που χορηγεί κοινωνικές παροχές».
Στο πρόγραμμα LEED[11] του ΟΟΣΑ αναλύεται εκτενώς η φύση και ο ρόλος του τομέα της κοινωνικής οικονομίας, του μη κερδοσκοπικού τομέα, των κοινωνικών επιχειρήσεων και αναφέρονται οι καινοτόμες πρακτικές και πολιτικές. Ο ρόλος ο οποίος καλείται να διαδραματίσει η κοινωνική οικονομία στην Ευρώπη είναι υποστηρικτικός και συμπληρωματικός του κοινοτικού κεκτημένου στα πλαίσια των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας, ήτοι η εδραίωση της κοινωνικής συνοχής ως παράγοντας ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, στα κείμενα του ΟΟΣΑ τονίζεται η διάδραση κοινωνικής οικονομίας και τοπικής ανάπτυξης ώστε να παραχθούν οικονομίες ανταγωνιστικές.
4. Παραδείγματα[12] εφαρμογών «κοινωνικής οικονομίας» και «κοινωνικών επιχειρήσεων» στον ευρωπαϊκό χώρο
Στις αρχές του 1990 το μοναδικό κράτος μέλος με ειδική νομοθεσία, όσον αφορά στις κοινωνικές επιχειρήσεις, ήταν Ιταλία. Το 1995 το Βέλγιο συνέταξε σχετικό νόμο και αργότερα ακολούθησαν η Γαλλία, Πορτογαλία, Φινλανδία και Λιθουανία. Στη Γερμανία θεσπίστηκε νόμος για τις επιχειρήσεις οι οποίες απασχολούσαν άτομα με βαριές αναπηρίες. Σε πολλές άλλες χώρες αναπτύσσεται ακόμη σχετικός διάλογος ως προςτη δυνατότητα θέσπισης νόμων όπως είναι για παράδειγμα η περίπτωση του Ηνωμένου Βασίλειου.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχουν κοινωνικές επιχειρήσεις στον τομέα παραγωγής βιολογικών προϊόντων, προστασίας του περιβάλλοντος, παροχής προσωπικών υπηρεσιών, με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Επίσης αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον για τα κέντρα επιχειρηματικότητας της Κοινότητας (community businesses) τα οποία αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών και απασχόλησης.
Στην Ολλανδία στο ίδιο μοντέλο οργάνωσης συστήνονται συνοικιακές αναπτυξιακές επιχειρήσεις ή συμπράξεις, με αντικείμενο προσανατολιζόμενο στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ποιότητα της ζωής των πολιτών.
Στη Σουηδία υπάρχουν κοινωνικοί συνεταιρισμοί στους τομείς της εκπαίδευσης ενηλίκων, της ψυχαγωγίας, του πολιτισμού, της παροχής προσωπικών υπηρεσιών κυρίως σε άτομα με ειδικές ανάγκες.
Το Φινλανδικό μοντέλο συστήνει εργατικούς συνεταιρισμούς με σκοπό την παροχή υπηρεσιών κατάρτισης και κοινωνικών υπηρεσιών. Ενισχύουν το αίσθημα του εθελοντισμού και δημιουργούν προϋποθέσεις ενσωμάτωσης κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων για ένταξή τους στην αγορά εργασίας.
Στην Αυστρία η κοινωνική οικονομία εμφανίζεται με την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών και ειδικότερα στη φροντίδα των παιδιών στο σπίτι από υπεύθυνους (child-minder). Το 80% των μελών αυτών των ομάδων είναι κυρίως άτομα με ειδικές ομάδες.
Στην Ιρλανδία δημιουργούνται αγροτουριστικοί συνεταιρισμοί και συνεταιρισμοί για άτομα με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες. Σε αυτούς συμμετέχουν ποικίλοι εταίροι, όπως ΜΚΟ, κοινωνικές επιχειρήσεις, πιστωτικές ενώσεις, τοπικοί αναπτυξιακοί οργανισμοί.
Στο Λουξεμβούργο έχουν συσταθεί οργανισμοί ενσωμάτωσης μέσω οικονομικών δραστηριοτήτων με στόχο την ένταξη γυναικών και μακροχρόνια ανέργων στην αγορά εργασίας. Δραστηριοποιούνται κυρίως στους τομείς του πολιτισμού, της εργασιακής ενσωμάτωσης, της γεωργίας, του περιβάλλοντος.
Στη Γερμανία, ως συνέπεια της κρίσης της ανεργίας, έχουν αναπτυχθεί πρωτοβουλίες εργασιακής ενσωμάτωσης και δημιουργίας θέσεων εργασίας. Στόχος τους είναι η ενεργοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου και η καταπολέμηση της ανεργίας προσφέροντας εκπαιδευτικά προγράμματα και ευκαιρίες για απασχόληση ορισμένου χρόνου.
Στη Γαλλία αναπτύσσονται πρωτοβουλίες εργασιακής ενσωμάτωσης ευάλωτων οικονομικά και κοινωνικά ομάδων με τη μορφή τοπικών κυρίως συνδέσμων (regies de quartier) καθώς και παροχής προσωπικών υπηρεσιών κοινωνικού σκοπού (σε παιδιά, ηλικιωμένους) με ιδιαίτερη δραστηριοποίηση εθελοντών (γονέων, εκπαιδευτικών).
Στο Βέλγιο αναπτύσσονται κυρίως πρωτοβουλίες «επιχειρήσεων κοινωνικού σκοπού» με το Νόμο του 1995. «Σε άλλες περιοχές του Βελγίου θεσμοθετήθηκαν επιχειρήσεις Κατάρτισης μέσω της Απασχόλησης καθώς και επιχειρήσεις Ενσωμάτωσης στην Απασχόληση, οι οποίες έχουν σαν στόχο την ενσωμάτωση άνεργων ατόμων στην αγορά εργασίας παρέχοντας συμβόλαια απασχόλησης[».




Στην Ελλάδα η"Kοινωνική Οικονομία" Το κρυφό έλλειμμα της χώρας   
Τρίτη, 08 Μάρτιος 2011

Σε μια περίοδο που η Ελλάδα βρίσκεται στη δίνη του δημοσιοοικονομικού ελλείμματος κακαι κρίση του πολιτικού της συστήματος η «Κοινωνική Οικονομία» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το κρυφό έλλειμμα της Χώρας εάν λάβουμε υπόψη την μεγάλη διαφορά από το μέσο όρο από την Ε.Ε. η οποία βρίσκεται στο επίπεδο του 10% περίπου ενώ η Ελλάδα μόλις στο 2-3%.
Το γεγονός αυτό, συσσωρεύει χρόνιες αδυναμίες στην Ελληνική οικονομία ενώ μπορεί να θεωρηθεί μια από τις γενεσιουργούς αιτίες της γενικότερης κρίσης καθώς η οικονομία μας στερείται εναλλακτικά μέσα, πέρα από το κράτος και την αγορά για να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία και κοινωνικό κεφάλαιο για την ανάπτυξη.

Παράλληλα, πρέπει να επισημάνουμε ότι ενώ ο δείκτης ανάπτυξης των ¨οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών¨ αναγνωρίζεται στην Ευρώπη πως έχει άμεση σχέση με την ανάπτυξη «κοινωνικής οικονομίας» και αυτός ο δείκτης με τη σειρά του έχει σχέση με την αντιμετώπιση της κρίσης και της διαφθοράς, στην χώρα μας φαίνεται ότι αυτή η αναγνώριση απουσιάζει, και η υπόθεση αντιμετωπίζεται ως δευτερεύων θέμα. Έτσι δεν υπάρχει ουσιαστικά μέριμνα συντονισμού για την αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου των οργανώσεων Κ.τ.Π. μολονότι ο Πρωθυπουργός συχνά αναφέρεται στη σημασία και στον ρόλο των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών.

Αυτές οι παραδοχές που ανήκουν εκτός των άλλων και στις πάγιες αρχές της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, φαίνεται ότι από πολλούς στο κόμμα και την κυβέρνηση δεν λαμβάνονται υπόψη υπό την ασφυκτική πίεση της κρατικής γραφειοκρατίας και των συντεχνιακών συμφερόντων.
Είναι προφανές ότι μέσα στην δίνη της οικονομικής κρίσης και υπό την πίεση της επείγουσας διαχείρισης του δημοσίου χρέους το ζήτημα αυτό δεν μπορούσε να τεθεί στη κορυφή της πολιτικής ατζέντας, στην παρούσα στιγμή θα μπορούσε όμως να απασχολεί στην βάση της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής με ένα οριζόντιο συντονισμό των αρμοδίων Υπουργείων που έχουν την ευθύνη και τους πόρους για αυτό τον τομέα.


Σε κάθε περίπτωση όμως η κινητοποίηση για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας είναι μια επείγουσα ανάγκη για τον περιορισμό και την απορρόφηση κοινωνικών κραδασμών, της αντιμετώπισης του οικονομικού αποκλεισμού και της ανεργίας, και γενικότερα για την ανάκαμψη της οικονομίας.


Από την ερευνά μας που κάναμε (ως μη κυβερνητικός οργανισμός) διαπιστώνουμε όπως διαπιστώνουν και όλοι οι φορείς που συναλλάσσονται με το δημόσιο ότι ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει στο τομέα αυτό σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις εάν εξαιρέσουμε την κατάργηση των stage προς το δημόσιο που γίνονταν και με πόρους του Ε.Κ.Τ .


Ένα μεγάλο μέρος των διαθέσιμων πόρων από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο αντί να καταλήγει στους κοινωνικά αδύναμους και χρόνια άνεργους καταλήγει στους βολεμένους και ως συμπληρωματικό εισόδημα σε δημοσίους υπαλλήλους. Διάφοροι εκπαιδευτές, μελετητές ελεγκτές, πιστοποίητες, είναι οι επωφελούμενοι της γνωστής «βιομηχανίας σεμιναρίων» και άχρηστων μελετών. Το λειτουργικό κόστος της όλης διαχείρισης και διαδικασίας τεράστιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνάει το 25%.Σε άλλες περιπτώσεις οι πόροι του κοινωνικού ταμείου χρησιμοποιούνται για να καλύψουν την επέκταση του δημοσίου τομέα και δεν είναι μόνον η περίπτωση των stage που αποκαλύφθηκε από την σημερινή Κυβέρνηση.


Το Υπουργείο παιδείας που μετονομάστηκε και σε δια βίου Μάθησης διαχειρίζεται ένα σημαντικό κομμάτι του ΕΚΤ, ωστόσο δεν προβλέπει τίποτε ουσιαστικά από τους πόρους για την εξωσχολική δια βίου Μάθηση που θα μπορούσε να αναπτύξει σε συνεργασία με τους κοινωνικούς φορείς τις επιχειρήσεις και τις οργανώσεις της ΚτΠ. Και τότε γεννάται το ερώτημα για ποια δια βίου Μάθηση μιλάμε; Εάν δεν υπάρχουν προγράμματα έξω από το σχολείο και την δημοσιοϋπαλληλική διαχείριση, προγράμματα για την διαρκή διάχυση γνώσης προς την κοινωνία.

Απάντηση στο ερώτημα δεν υπάρχει. Αντιθέτως, προβλέπονται σοβαρά ποσά για μελέτες πιστοποίησης επαγγελμάτων που στην ουσία βάζουν μεγαλύτερα γραφειοκρατικά εμπόδια στους ελευθέρους επαγγελματίες (π.χ. Πως πιστοποιείται ένας ανθοπώλης).

Αντί για παράδειγμα να αναζητηθούν διαδικασίες δια βίου μάθησης στα πράσινα επαγγέλματα και στην πράσινη επιχειρηματικότητα με την αξιοποίηση των περιβαλλοντικών οργανώσεων, με τις καταχρηστικές πιστοποιήσεις εμποδίζονται γραφειοκρατικά ορισμένα παραδοσιακά επαγγέλματα που η δια βίου μάθηση τουλάχιστον λειτουργεί παραδοσιακά. Ενώ δεν ενισχύεται πουθενά η εξωσχολική δια βίου μάθηση σε νέους τομείς που η ίδια η εξέλιξη της οικονομίας αναδεικνύει .


Στο ζήτημα της δια βίου μάθησης εάν θέλουμε να υπάρξουν θετικά αποτελέσματα από την αξιοποίηση των πόρων του ΕΚΤ, θα πρέπει να αναζητηθούν περισσότερο από κάθε άλλη φορά πολιτικές καινοτομίες σύνδεσης των κοινωνικών δικτύων με την τοπική αυτοδιοίκηση και με προγράμματα δια βίου μάθησης μέσα από συμπράξεις με επιχειρήσεις και ΜΚΟ.


Η πράσινη ανάπτυξη και οι κοινωνικές επιχειρήσεις



Μπροστά στο περιβαλλοντικό αδιέξοδο των μεγάλων πόλεων υπάρχει το όραμα για τις πράσινες πόλεις, που είναι μια ρεαλιστική διέξοδος για να αλλάξει την κατεύθυνση των επενδύσεων και το καταναλωτικό πρότυπο.
Συνδέεται άμεσα με την πράσινη ζήτηση σε υγιεινά και ωφέλιμα προϊόντα και υπηρεσίες. Με την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την οικοδιαχείριση του νερού.
Τα βιοκλιματικά κτίρια και την εξοικονόμηση της ενέργειας, με την πολιτική για τις πράσινες πόλεις και την ανακύκλωση με την οικοπροστασία των δασών και της θάλασσας. Με την αξίωση για καθαρό περιβάλλον και υγεία.
Το κέρδος έτσι, είναι διπλό. Από την μία πλευρά έχουμε ενεργητική προωθητική διαδικασία για την προστασία του περιβάλλοντος και από την άλλη πράσινη ανάπτυξη που εξασφαλίζει την βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων.
Επιχειρηματικότητα στον τομέα της ενέργειας!  διευκολύνεται τα μέγιστα από την ανάγκη μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα, πετρέλαιο και άνθρακα στην ενέργεια από τον Ήλιο και την αξιοποίηση της τεχνολογίας του υδρογόνου.
Η διασπορά των επενδύσεων στις ήπιες μορφές ενέργειας από Δήμους, στις μικρές επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά μπορεί να αναζωογονήσει τις τοπικές κοινωνίες.
Οι Δήμοι μπορούν να γίνουν μπροστάρηδες σ’ αυτή τη διαδικασία.
Οι Δήμοι μπορούν να συμβάλλουν στον εκδημοκρατισμό της ενέργειας με το παράδειγμα τους, και μέσω αυτής της οικονομικής διαδικασίας, δημιουργείται έδαφος για την συμμετοχική δημοκρατία.
Η ζεύξη της πράσινης ανάπτυξης με την κοινωνική οικονομία.


Η οριζόντια συνεργασία των κοινωνικών δικτύων με τους φορείς της Τ.Α. και στη συγκεκριμένη περίπτωση  με τους κοινωνικά δίκτυα και οργανώσεις περιβάλλοντος, είναι το κλειδί για να πάει μπροστά τόσο η υπόθεση της  οικοπροστασίας , όσο και η πράσινη επιχειρηματικότητα που είναι η κινητήρια δύναμη για να έχουμε ένα βιώσιμο αστικό περιβάλλον.
Αυτές οι δύο έννοιες πάνε μαζί  και θα πρέπει να τις βλέπουμε παράλληλα. Δεν μπορούμε να έχουμε την επιθυμητή προστασία του περιβάλλοντος, όπως για παράδειγμα, την μείωση της αστικής ατμοσφαιρικής  ρύπανσης  εάν δεν κινητοποιήσουμε οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας και της πράσινης ανάπτυξης. (το λεγόμενο κοινωνικό κεφάλαιο)
Και δεν μπορούμε να κινητοποιήσουμε πόρους και πολιτικές σε ικανό βαθμό εάν δεν κινητοποιηθούν τοπικές κοινωνίες και τοπική αυτοδιοίκηση για να «καλλιεργήσουν» το έδαφος τόσο της ζήτησης όσο και της επιχειρηματικότητας προς αυτή την κατεύθυνση.

Κοινωνική οικονομία και ηθική επιχειρηματικότητα
Με βάση τις κυρίαρχες ιδεολογικές ηθικές του παρελθόντος έχουμε φτάσει στην σημερινή οικονομική κρίση που το υπόβαθρο της είναι ηθική κρίση. Μια κρίση που οδηγεί στον κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό μεγάλα τμήματα πληθυσμού, στη φτώχεια και παγκόσμια περιβαλλοντική απειλή. Η σημερινή κρίση είναι Προϊόν της κυρίαρχης προτεσταντικής ηθικής της αγοράς και της σοσιαλιστικής ηθικής του κράτους. Γιατί στην μεν πρώτη περίπτωση αποδείχθηκε ότι δεν ισχύει απεριόριστα αυτό που είπε ο Ανταμ Σμίθ ότι «κάνοντας ο καθένας το καλύτερο για τον εαυτό του και την τσέπη του κάνει και καλό στην κοινωνία» Και ασφαλώς δεν ισχύει η σοσιαλιστική ηθική της συλλογικότητας όταν, το υποτιθέμενο καλό της κοινωνίας ταυτίζεται με τα συμφέροντα της κρατικής γραφειοκρατίας και τα προνόμια της έναντι του υπόλοιπου πληθυσμού. Βέβαια, αυτές οι ηθικές ιδεολογίες για μια μεγάλη ιστορική περίοδο έπαιξαν προωθητικό ρόλο, σήμερα όμως έχουν φτάσει στα όρια τους.

Για παράδειγμα και αυτό δείχνει τις αντινομίες της ηθικής σε διαφορετικές περιόδους, η ρήξη της προτεσταντικής ηθικής με τον καθολικισμό σήμανε η αρχή για την εκτεταμένη θεσμική συσσώρευση κεφαλαίου στην δύση με την κατάργηση της αμαρτίας του τόκου του χρήματος τον οποίο στηλίτευε και απαγόρευε ηθικά ο Χριστιανισμός. Εδώ βλέπουμε καθαρά πως η μεταμόρφωση της ηθικής ενίσχυσε την ανάπτυξη του καπιταλισμού και των επιχειρήσεων. Στην αντίθετη περίπτωση σήμερα η υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου έξω από την πραγματική οικονομία οδηγεί στην οικονομική ασφυξία μεγάλο μέρος επιχειρήσεων και νοικοκυριά.

Με την ιδία ηθική λοιπόν βλέπουμε ιστορικά άλλοι να οδηγούνται στη κόλαση και άλλοι στο παράδεισο. Εάν σήμερα θέλουμε αποτελεσματικότητα μέσω ηθικής, οφείλουμε να την διαχωρίσουμε από τις ηθικές που είχαν αποτέλεσμα στο παρελθόν αλλά στην σημερινή πραγματικότητα λειτουργούν ως ηθικές ιδεολογικές αυταπάτες. Από την άλλη πλευρά σήμερα προβάλλεται η ηθική των επιχειρήσεων μέσω της «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης» ωστόσο υπάρχουν όρια στην λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης» που παρουσιάζεται ως γενικό εργαλείο της ηθικής επιχειρηματικότητας.

Η κοινωνική εταιρική ευθύνη είναι ένα από τα υλικά στο «φάρμακο» της ηθικής παρακμής του συστήματος και όχι το ίδιο το «φάρμακο» όπως παρουσιάζεται. Αντιμετωπίζει το μερικό όχι το όλον του προβλήματος. Άλλη είναι η στάση της ηθικής του Μπίλ Γκέιτς ως ιδιοκτήτη επιχειρηματία της Microsoft και άλλη στο ίδρυμα για την υγεία στις φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου που έχει ιδρύσει. Όπως για παράδειγμα συμβαίνει και στη οικολογία, όπου τα lobes και ο κατακερματισμένος ακτιβισμός συμβάλλουν μεν  στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, αλλά δεν είναι η συνολική λύση στην παγκόσμια περιβαλλοντική απειλή.

Η εξωτερικότητα της «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης» δεν μπορεί να είναι ΜΌΝΟΝ συγκεκαλυμμένη διαφήμιση μια άλλης κερδοσκοπικής επιχείρησης.

Το καταλυτικό στοιχείο της ηθικής επιχειρηματικότητας βρίσκεται στην ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στα πλαίσια της οποίας όχι μόνον μπορεί να λειτουργήσει καθαρά η ηθική επιχειρηματικότητα, αλλά μπορεί να καλύψει τα ηθικά και υλικά κενά της γενικότερης επιχειρηματικότητας που έχει ως κίνητρο το κέρδος. Τα κενά δηλ. των επενδύσεων σε τομείς που είναι αναγκαίοι να προσφέρουν αγαθά και υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο αλλά δεν γίνονται επενδύσεις επειδή δεν προσφέρουν κερδοφορία.

Βασικό προαπαιτούμενο είναι, το κοινωνικό κεφάλαιο της αλληλεγγύης, της κοινωνικής συνεργασίας, της διάχυσης προς τα κάτω γνώσεων και πληροφόρησης. Κοινωνικοποίηση της γνώσης δηλ με συμμετοχικές διαδικασίες.

Ηθικές επενδύσεις έχουμε κυρίως όταν συνδυάζουμε την ανάπτυξη των κοινωνικών πόρων η του λεγόμενου κοινωνικού κεφαλαίου με τις οικονομικές επενδύσεις στο χώρο της μη κερδοσκοπικής οικονομίας.

Η κοινωνική οικονομία μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά σε αυτό το πεδίο όχι γιατί μπορεί να καταλάβει το σύνολο της οικονομίας αλλά, γιατί ακριβώς μπορεί να μπολιάσει και να ηθικοποιήσει το όλον μείγμα της οικονομίας.

Και αυτό γίνεται καταλαμβάνοντας ένα σημαντικό της κομμάτι της οικονομίας που αντιμετωπίζει τον κοινωνικό αποκλεισμό, την περιβαλλοντική απειλή, την επικοινωνία, την δια βίου μάθηση και επιμόρφωση. Η κοινωνική οικονομία είναι τελικά το ηθικό αντίδοτο στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία. Έτσι όλα τα παραπάνω ζητήματα χρήζουν ολιστικής προσέγγισης εάν θέλουμε μια αποτελεσματική ηθική στη σύγχρονη επιχειρηματικότητα. Και η απάντηση είναι:
Συμμετοχική οικολογία για το περιβάλλον..
Συμμετοχική κοινωνική οικονομία για την ηθική επιχειρηματικότητα.
Συμμετοχική δημοκρατία για την οργάνωση της νέας καθολικότητας των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Δεν υπάρχει μια ενιαία διαχρονική ηθική για την επιχειρηματικότητα, για αυτό πρέπει να ορίσουμε ξανά τους κανόνες και τους στόχους μιας πραγματικά αποτελεσματικής ηθικής πέρα από την ηθικολογία και τον φαρισαϊσμό.

Η κοινωνική εταιρική ευθύνη δεν είναι το ηθικό «φάρμακο» για όλα… αλλά κομμάτι του ΠΑΖΛ για την ενίσχυση της ηθικής επιχειρηματικότητας.

Η κοινωνική οικονομία είναι ο μοναδικός δείκτης που έχουμε μέχρι σήμερα για την ανάπτυξη της ηθικής επιχειρηματικότητας με την έννοια της ομαλής και δίκαιης συμβίωσης για όλους χωρίς κοινωνικούς και οικονομικούς αποκλεισμούς .

Η ευθύνη τελικά και το μεγαλύτερο βάρος για να φωτιστούν αυτά τα σημεία πέφτει στο οργανωμένο σύνολο των κοινωνικών δικτύων (social media).

*Το κείμενο είναι από την παρέμβαση του Βασίλη Τακτικού στο συνέδριο CEO & CSR money conference 2011 που έγινε την Πέμπτη 5 Μαΐου, Athenaeaum intercontinental συζητήσεις στρογγυλής Τραπέζης ( discussion panels)


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
από τον Vasilis Taktikos, Σάββατο, 30 Οκτώβριος 2010 στις 7:30 π.μ.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Η πράσινη επιχειρηματικότητα αναγνωρίζεται σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο ως η βασική προϋπόθεση για την αειφορία και βιώσιμη ανάπτυξη, μπροστά στην απειλή της οικολογικής κατάρρευσης του πλανήτη από τις ρυπογόνες δραστηριότητες του ανθρώπου και το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Θεωρείται μάλιστα ως η μόνη λύση ριζικής αντιμετώπισης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που στοχεύει στην πρόληψη πριν είναι αργά για την “θεραπεία”.

Είναι το κλειδί για το μέλλον της οικονομίας, καθώς συνδυάζει το τερπνόν της οικοπροστασίας μετά του ωφελίμου της οικονομίας και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Σύμμαχος για την πράσινη επιχειρηματικότητα είναι η νέα υψηλή πράσινη τεχνολογία που εισδύει σε όλους τους τομείς της ενέργειας, παραγωγής και των υπηρεσιών.

Συνδέεται άμεσα με την πράσινη ζήτηση σε υγιεινά και ωφέλιμα προϊόντα και υπηρεσίες. Με την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την οικοδιαχείριση του νερού. Τα βιοκλιματικά κτίρια και την εξοικονόμηση της ενέργειας, με την πολιτική για τις πράσινες πόλεις και την ανακύκλωση με την οικοπροστασία των δασών και της θάλασσας. Με την αξίωση για καθαρό περιβάλλον και υγεία.

Το κέρδος έτσι, είναι διπλό. Από την μία πλευρά έχουμε ενεργητική προωθητική διαδικασία για την προστασία του περιβάλλοντος και από την άλλη πράσινη ανάπτυξη.
Τι κινεί τη πράσινη επιχειρηματικότητα
• Την πράσινη επιχειρηματικότητα πρώτα απʼ όλα την κινεί η επείγουσα αναγκαιότητα αντιμετώπισης των κλιματικών αλλαγών και η μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ήπιες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
• Η αυξανόμενη ζήτηση της αγοράς σε πράσινα προϊόντα και υπηρεσίες.
• Το ηθικό πλεονέκτημα της πράσινης επιχειρηματικότητας απέναντι σε κάθε μορφή ζωής.
• Η εφαρμογή των νέων προηγμένων πράσινων τεχνολογιών που προσφέρει πλεονεκτήματα στους επενδυτές της πράσινης επιχειρηματικότητας

• Το περιβαλλοντικό αδιέξοδο των μεγάλων πόλεων και το όραμα για τις πράσινες πόλεις.

• Η πίεση για επάρκεια καθαρού πόσιμου νερού για τον αυξανόμενο πληθυσμό και τις αυξανόμενες καλλιέργειες.

• Το αδιέξοδο της υπερκατανάλωσης χημικών φαρμάκων και φυτοφαρμάκων και η ανάγκη, αλλά και οι δυνατότητες που υπάρχουν για την χρήση οικοθεραπευτικών μεθόδων και σκευασμάτων.

Τι εμποδίζει την ανάπτυξή της

• Κατʼ αρχήν, οι παγιωμένες επενδύσεις και συγκέντρωση κεφαλαίου σε ρυπογόνους τομείς της οικονομίας, που λειτουργεί συντεχνιακά και αποτρεπτικά για επενδύσεις στην πράσινη επιχειρηματικότητα.

• Η λογική του εύκολου κέρδους που δεν υπολογίζει το κόστος της προστασίας του οικοσυστήματος.

• Η άγνοια των πλεονεκτημάτων πολλές φορές που προσφέρουν οι πράσινες τεχνολογίες για τους επενδυτές.

• Τα γραφειοκρατικά εμπόδια για την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, όπως είχαμε για παράδειγμα για την διάδοση των φωτοβολταϊκών.

• Η έλλειψη σοβαρών κινήτρων για επενδύσεις υποδομής στην πράσινη επιχειρηματικότητα.

• Το έλλειμμα της νέας οργανωτικής κουλτούρας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην αγροτική παραγωγή όπου δύσκολα αλλάζουν αντικείμενο καλλιέργειας οι αγρότες μολονότι θα μπορούσαν νʼ αντικατασταθούν με άλλες αποδοτικότερες που δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον.

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΩΣ ΠΟΛΙΤΕΣ
Μπορούμε αφού κατανοήσουμε αυτές τις προϋποθέσεις όχι μόνον να πιέσουμε, αλλά να γίνουμε εθελοντές και υποστηρικτές πρωτοβουλιών για την πράσινη επιχειρηματικότητα και τη ριζική αντιρύπανση καθορίζοντας με την καταναλωτική στους στάση την ζήτηση.
• Να υιοθετήσουμε τον αυτοπεριορισμό στην κατανάλωση και να προάγουμε τα φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα.
• Να αλλάξουμε προοδευτικά τη συμπεριφορά στην ποιότητα της ζήτησης και τις προτιμήσεις.

• Να αλλάξουμε το ίδιο το καταναλωτικό πρότυπο, ζητώντας προϊόντα με ανακυκλώσιμα υλικά τα οποία δεν σπαταλούν ενέργεια και δεν ρυπαίνουν.Επειδή ως πολίτες δεν είμαστε μόνο καταναλωτές, αλλά ταυτόχρονα κατά κάποιον τρόπο και παραγωγοί προς ιδίαν κατανάλωση, πέραν από τους κατʼ επάγγελμα επιχειρηματίες και ως συμμετέχοντες σε κοινοπραξίες, πολυμετοχικές εταιρείες και συνεταιρισμούς, μπορούμε να επιδράσουμε καταλυτικά προς την κατεύθυνση των επενδύσεων στην πράσινη οικονομία.
Να αλλάξουμε επίσης προοδευτικά το παραγωγικό πρότυπο, όχι πλέον ως καταναλωτές, αλλά και ως μικροί παραγωγοί π.χ. ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, γεωργικών προϊόντων, διατροφής και κουζίνας, οικιακής κομποστοποίησης και κατασκευής βιοκλιματικών κτιρίων.

Είναι στο χέρι μας λοιπόν νʼ αλλάξουμε το καταναλωτικό παραγωγικό πρότυπο στην κουλτούρα μας, τη συμπεριφορά μας και στις καθημερινές πράξεις μέσα από την θεσμική οργάνωση της Κοινωνίας των Πολιτών και την πεποίθηση ότι η Πράσινη Επιχειρηματικότητα μας αφορά όλους, είτε ως παραγωγούς είτε ως καταναλωτές, το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας.
Μπορούμε να δράσουμε μέσα από την προώθηση της συνεργασίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, καταρτίζοντας τοπικά σύμφωνα ποιότητας για την Οικοπροστασία και Πράσινη Επιχειρηματικότητα.

.


Ο συνειδητοποιημένος πολίτης ως παραγωγός
Είναι πολύ σημαντικό ο ενεργός πολίτης σήμερα να παρέμβει για την προώθηση της πράσινης επιχειρηματικότητας, όχι μόνον στην διαμόρφωση της ζήτησης σε πράσινα προϊόντα και υπηρεσίες, αλλά και στην διαμόρφωση της προσφοράς στο παραγωγικό γίγνεσθαι.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι, η ρύθμιση της αγοράς δεν γίνεται όσο θα θέλαμε ίσως ελεύθερα από την ζήτηση, αλλά καθορίζεται κι αυτή και οι επιθυμίες μας από το καταναλωτικό πρότυπο που ορίζουν οι μεγάλες εταιρείες με τις διαφημίσεις και με προσφερόμενα προϊόντα.

Γιατί είναι σαφές ότι δεν μπορείς να ζητάς προϊόντα στην αγορά που δεν υπάρχουν διαθέσιμα και βρίσκονται μόνο στο πειραματικό, δειγματοληπτικό στάδιο και δεν έχουν γίνει οι απαιτούμενες επενδύσεις για μαζική παραγωγή.

Δεν μπορείς να ζητάς εναλλακτικά καύσιμα για το αυτοκίνητό σου που δεν υπάρχουν στην αγορά, πάνινες σακούλες αντί για πλαστικές που δεν προσφέρουν τα Super Market,

Δεν μπορείς να οραματίζεσαι πράσινες πόλεις όταν δεν υπάρχουν εταιρείες και Δήμοι να επενδύσουν π.χ. στις πράσινες στέγες και την ανακύκλωση.

Γιʼ αυτό, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι η διαδικασία της προσφοράς στην Πράσινη Επιχειρηματικότητα ενισχύεται μέσα από συλλογικές διαδικασίες και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που μπορούν να επιδράσουν στο κράτος, στην τοπική αυτοδιοίκηση και στις ίδιες τις επιχειρήσεις, ώστε να επιλέξουν και να επενδύσουν εκείνες με τη σειρά τους στην πράσινη επιχειρηματικότητα.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι φθάσαμε στη σημερινή παγκόσμια κρίση και υποβάθμιση, γιατί δόθηκε μονόπλευρη σημασία στην τόνωση της «αυθόρμητης» ζήτησης, χωρίς την συνειδητή τόνωση της προσφοράς στην πράσινη οικονομία, την συνειδητή τόνωση σε προϊόντα και υπηρεσίες μέσω της κοινωφελούς ρύθμισης στις αγορές.

Είναι βέβαιο ότι, οι πολίτες μπορούν να συμβάλλουν στην τόνωση της προσφοράς σε πράσινα προϊόντα και υπηρεσίες, δημιουργώντας δίκτυα οριζόντιας συνεργασίας Μ.Κ.Ο., της τοπικής αυτοδιοίκησης και των επιχειρήσεων, όπου μέσα απο μια σειρά ενέργειες και πρωτοβουλίες ενισχύεται τελικά η πράσινη επιχειρηματικότητα στη δομή της.

Και αυτό είναι το θετικό σύνδρομο της ενεργειακής και πράσινης επανάστασης για τη σωτηρία της ζωής στον πλανήτη.

«Για την συλλογική περιβαλλοντική ευθύνη δεν αρκεί να επιβάλλονται μόνον πρόστιμα στις βιομηχανίες που ρυπαίνουν, χρειάζονται πλέον προϊόντα και βιομηχανίες που από τη “φύση” των υλικών τους και την τεχνολογία τους δεν ρυπαίνουν».

ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ; 
Το εναλλακτικό αναπτυξιακό μοντέλο χρειάζεται νέους θεσμούς αλλά την δυνατότητα να μπει η κοινωνία μπροστά.
Χρειάζεται, γι' αυτό το λόγο νέου τύπου τράπεζες. ¨Όχι μόνον κρατικές έναντι των ιδιωτικών αλλά ηθικές και πράσινες τράπεζες, με την συμμετοχή των συνεταιρισμών των κοινωνικών φορέων των συνεταιρισμών και των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών.
Κι' αυτό σημαίνει με την σειρά του οργάνωση της κοινωνίας από τα κάτω αυτό-οργάνωση με την συμμετοχή των πολιτών και της τοπικής αυτοδιοίκησης σε νέες μορφές επιχειρηματικότητας αλλά και την σύνθεση του κοινωνικού κεφαλαίου για την ενίσχυση αυτής της επιχειρηματικότητας.
Οι αυτο-οργανωμένοι φορείς της κοινωνίας σε τοπική και περιφερειακή κλίμακα μπορούν όχι μόνον να κατευθύνουν αλλά και να συγκεντρώσουν πόρους να ιδρύσουν εταιρείες για επενδύσεις προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.
Η αυτο-οργάνωση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στο επίπεδο της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, μπορεί επίσης ν' αξιοποιήσει την κοινωνική εταιρική ευθύνη υπέρ των κοινωνικά και οικονομικά αποκλεισμένων, υπέρ των δραστηριοτήτων που μειώνουν τις ανισότητες.



Ποιοι είναι οι συντελεστές ανάπτυξης της Κοινωνικής και πράσινης Οικονομίας    

Οι οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών και όλοι οι Μη Κερδοσκοπικοί Φορείς

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση

Οι συνεταιρισμοί

Οι χορηγοί

Η εκκλησία και διάφορες κοινότητες

Προσεγγίζουμε το ζήτημα από αυτή τη σκοπιά, γιατί η πράσινη ανάπτυξη, χωρίς τη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας είναι ελλειμματική. Περιορίζει τους ανθρώπινους πόρους, τις κινητήριες δυνάμεις και το τελικό όφελος στην τοπική κοινωνία.
Η κοινωνική σύμπραξη πολιτών με την Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι στρατηγικής σημασίας ..


Το υποκείμενο της Κοινωνικής πράσινης Επιχειρηματικότητας    

Είναι συνεργατικό, είναι συλλογικό, είναι απότοκο της κοινωνικής υπευθυνότητας.

Είναι όλες οι συλλογικές και κοινωνικές οργανώσεις που παράγουν η μπορούν να παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες.

Είναι συμμετοχικές εταιρείες (λαϊκής βάσης) με κοινωνικό προορισμό συνεταιριστικές τράπεζες.
Έχουμε, στην Ελλάδα μυριάδες συλλογικές οργανώσεις αλλά πολύ μικρό ποσοστό κοινωνικής επιχειρηματικότητας που αναλαμβάνουν συλλογικούς φορείς και κοινωφελείς επιχειρήσεις της Τ.Α. σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτό το θεσμικό έλλειμμα που είναι ζήτημα επιπέδου οργάνωσης μια κοινωνίας πρέπει να το αντιμετωπίσουμε όπως το δημοσιονομικό της χώρας.


Η κινητοποίηση ανθρώπινων πόρων μέσα από την συλλογική επιχειρηματικότητα και τις δομημένες «συμπράξεις» Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κοινωνικών φορέων.


Ο συνεργατισμός, ο εθελοντισμός και τα δίκτυα ως κοινωνικό κεφάλαιο    

Κοινωνικό Κεφάλαιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, επίσης, η δικτύωση της συλλογικής γνώσης και ευφυΐας που μετασχηματίζεται σε πνευματικό έργο.
Η συσσώρευση συλλογικής γνώσης οργανωτικής κουλτούρας, αλληλεγγύης, κοινής εμπιστοσύνης και δημιουργικής θεσμικής λειτουργίας και αναπτύσσει κοινωνικές δεξιότητες αλλά και δυνατότητες και ευκαιρίες βελτίωσης των συνθηκών ζωής.


Η συγκέντρωση ως δεξαμενή ανθρωπίνων πόρων και γνώσεων και αυτό στην ουσία είναι το κοινωνικό κεφαλαίο και εκφράζεται ως συνεργατισμός και κοινωνικός σχεδιασμός.

Το πρόβλημα είναι ότι ο εθελοντισμός έχει μια παροδικότητα προσφοράς


. Το έργο του πνευματικού εθελοντισμού και η ελεύθερη προσβασιμότητα αποτελούν, επίσης, κοινωνικό κεφάλαιο, που δημιουργεί προστιθέμενη αξία στην οικονομία.

Στο ερώτημα γιατί η Κοινωνική Οικονομία και η πράσινη ανάπτυξη πρέπει να βασιστεί στην Τοπική Αυτοδιοικήση και ιδιαίτερα να ενσωματωθεί ως πολιτική στο πρόγραμμα “Καλλικράτης” οι απαντήσεις έχουν ως ακολούθως:

Πρώτον γιατί η Τ.Α. είναι μια εξουσία κοντά στο ανθρώπινο μέτρο. Μπορεί ο πολίτης να συμμετέχει στην διαβούλευση, στην πόλη του. Μπορεί να ενσωμάτωσει τον εθελοντισμό του κάθε μορφής, ο οποίος τελικά μπορεί να μην εξαφανίσει το κόστος των υπηρεσιών αλλά μπορεί να το μειώνει δραστικά υπέρ του κοινού οφέλους.

Μπορεί να ενισχύσει το «κοινωνικό κεφάλαιο» της πόλης του στο επίπεδο της συνεργασίας και να συμβάλει σε κοινωνικές συμπράξεις και υπάρχουν πολλοί τρόποι να το κάνει αυτό.

Αυτά τα πλεονεκτήματα της Τ.Α. να είναι κοντά στο πολίτη και να δημιουργεί επίπεδα συνεργασίας ειδικότερα για το περιβάλλον και την Κοινωνική Οικονομία μπορούν να γίνουν  και προϋπόθεση υπερπήδησης των πελατειακών σχέσεων και της τάσης προς διαφθορά όταν η Τ.Α. αποκτήσει όραμα και σχέδιο για την Κοινωνική Οικονομία και το περιβάλλον.

Το σχέδιο “Καλλικράτης” είναι μεγάλη ευκαιρία να συνδεθεί η Τοπική Αυτοδιοίκηση με ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο το οποίο να βασίζεται στην ανάπτυξη της κοινωνικής και πράσινης οικονομίας.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει το συγκριτικό πλεονέκτημα να βρίσκεται πιο κοντά στο πολίτη σε σχέση με το κράτος και με αυτήν της έννοια να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις κοινωνικής επιχειρηματικότητας σε τοπικό επίπεδο σε αναδυόμενους τομείς της πράσινης και κοινωνικής επιχειρηματικότητας.

Έχει το πλεονέκτημα να συνθέσει το τοπικό κοινωνικό κεφάλαιο οριζόντιας συνεργασίας με τις οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών.

Παράλληλα γίνεται μια σημαντική τομή στην διοίκηση για να συνδεθούν οι στόχοι της Κοινωνικής Οικονομίας που προωθούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση περισσότερο με τις τοπικές κοινωνίες και να υπερπηδηθούν γραφειοκρατικά εμπόδια, της κακοδιαχείρισης που ισχύει σε μεγάλο βαθμό σήμερα στην διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων.


Αυτή η ποιοτική διαφοροποίηση των Δήμων η οποία επιτυγχάνεται με την διοικητική μπορεί να φέρει ριζικές αλλαγές στις παρεχόμενες υπηρεσίες στο πολίτη αλλά και τον αναπτυξιακό ρόλο, που μπορεί να διαδραματίσει η Τ.Α. στην διαχείριση προγραμμάτων κοινωνικής μέριμνας που τώρα διαχειρίζεται το κράτος.

Συγκεκριμένα η Τ.Α. από το σχέδιο «Καλλικράτης» μπορεί να διεκδικήσει σημαντικότερο ρόλο για την διαχείριση προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και του ΕΣΠΑ.

Το ζητούμενο σε αυτή την συγκυρία δεν μπορεί να είναι η αύξηση των δαπανών από το κράτος αλλά η καλύτερη και αποδοτικότερη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων όπως και η μεταφορά πόρων από το κράτος και την ΕΕ διάμεσω υφιστάμενων προγραμμάτων.

Γιατί η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν πόροι που κατασπαταλήθηκαν από την γραφειοκρατεία αλλά και από τον πολυκατακερματισμό της Τοπικής Αυτοδιοικήσης.

Αύξηση της ικανότητας λοιπόν για να αξιοποιηθούν με ευρηματικότητας και κοινωνική επιχειρηματικότητα οι πόροι.

Αυτό που δεν έχει συνειδητοποιηθεί ακόμη απο την πλευρά των πολλών αιρετών της Τοπικής Αυτοδιοικήσης είναι ότι αντί να διεκδικούν πρόσθετους πόρους απευθείας από το κράτος, σε μια εποχή κρίσης δημοσιονομικής στενότητας θα έπρεπε να διεκδικούν πόρους από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και το Ταμειο Συνοχής, επυτιχγανοντας καλύτερα αποτελέσματα.

Εδώ όμως χρειάζεται καινοτομική προσέγγισης για να διεκδικήσουν πόρους σε αυτό το πεδίο μέσα από «συμπράξεις» για την κοινωνική οικονομία και το περιβάλλον. Οι οποίες μπορούν να εξασφαλίσουν και το απαραίτητο κοινωνικό κεφάλαιο και την συμμετοχή των πολιτών.

Συμπράξεις για το αστικό και οικιστικό περιβάλλον
Συμπράξεις για την προστασία δασών και οικοσυστημάτων
Συμπράξεις για την τοπική απασχόληση και την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού
Συμπράξεις για την κοινωνική φροντίδα ηλικιωμένων και κοινωνικά αδύναμων ομάδων πληθυσμού
Συμπράξεις οποίες προβλέπονται και από ειδικά πιλοτικά Ευρωπαϊκά Προγράμματα τα οποία όμως δεν εξελίσσονται στην χώρα μας σε πολιτικές για τους Δήμους.

Συμπράξεις σημαίνει ότι μπορούν να συμβάλουν στις επενδύσεις και οι άμεσες ομάδες ωφελουμένων.

Η ανάγκη που προκύπτει από την οικονομική κρίση και οι δυνατότητες που προσφέρει η μεταρρύθμιση με το σχέδιο “Καλλικράτης” είναι η ευκαιρία για την σωστή και ορθολογική διαχείριση των πόρων υπάρχουν για την “Κοινωνική Οικονομία” στην χώρα μας να βρουν καλύτερα τον κοινωνικό διάλογο.




ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ και ενίσχυση της απασχόλησης

Η ανεργία αποτελεί ένα από τα μείζονα αποστήματα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα ποσοστά αύξησης της απασχόλησης είναι σχεδόν αντιστρόφως ανάλογα με τους ρυθμούς ανάπτυξης.
Στα πλαίσια των στρατηγικών αντιμετώπισής της η Ευρωπαϊκή Ένωση στρέφεται έντονα τα τελευταία χρόνια στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, που συνιστά μια εναλλακτική μορφή επιχειρηματικότητας.
Συγκεκριμένα ένα υπολογίσιμο ποσοστό της οικονομικής δραστηριότητας των ευρωπαϊκών κρατών αναπτύσσεται πλέον γύρω από την παιδεία, την υγεία, την πρόνοια, την κοινωνική μέριμνα, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό και το περιβάλλον, τις συνιστώσες δηλαδή της κοινωνικής οικονομίας.
Στις συνιστώσες αυτές οι ανάγκες της δημόσιας διοίκησης είναι αυξημένες και είναι επιτακτική η ανάγκη αναβάθμισης των ήδη παρεχόμενων υπηρεσιών. Προκύπτουν έτσι νέες θέσεις εργασίας, για τις οποίες η επινοητικότητα, η ευρηματικότητα, η συλλογικότητα και η συνεργατικότητα των νέων ανθρώπων είναι απαραίτητες.
Το Δημόσιο μπορεί -και το έχει κάνει σε κάποιο βαθμό- με τα κατάλληλα κίνητρα να προωθήσει την σύσταση συνεταιρισμών, που θα παρέχουν τις υπηρεσίες τους είτε έμμεσα - με τη μεσολάβηση του Δημοσίου -, είτε άμεσα στους πολίτες εξασφαλίζοντας θέσεις εργασίας και καλή ποιότητα υπηρεσιών και προϊόντων.
Στους δικαιούχους φορείς παροχής υπηρεσιών εντάσσονται οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι επιχειρήσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι νέες επιχειρήσεις που θα συσταθούν για τις προαναφερθείσες συνιστώσες της κοινωνικής οικονομίας, αλλά και οι υπάρχουσες, με την προϋπόθεση της τροποποίησης των σκοπών τους.
Σύμφωνα λοιπόν με τα στατιστικά στοιχεία, η αύξηση της απασχόλησης σε οργανισμούς κοινωνικής οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζεται κατά πολύ ψηλότερη συγκριτικά με το σύνολο της οικονομίας. Επιπλέον η κοινωνική οικονομία δημιουργεί το 6,45% του συνόλου της απασχόλησης και το 7,7% της μισθωτής απασχόλησης.
Στην Ιταλία, τη χώρα με την πλουσιότερη παράδοση στο θέμα των συνεταιρισμών και της κοινωνικής οικονομίας, περίπου δεκατέσσερα εκατομμύρια άτομα μετέχουν σε συνεταιρισμούς για τη γεωργία, την αλιεία, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό, την κατοικία, τις υπηρεσίες και την κοινωνική αλληλεγγύη.
Στην Ισπανία, η Ισπανική Συνομοσπονδία Επιχειρήσεων της Κοινωνικής Οικονομίας περιλαμβάνει στους κόλπους της δεκάδες συνεταιριστικές οργανώσεις και επιχειρήσεις που αφορούν στην κατοικία, την κατανάλωση, τις μεταφορές, τις θαλάσσιες δραστηριότητες, τη διδασκαλία, την υγεία, την κοινωνική ένταξη, την κοινωνική αλληλεγγύη.
Το πρόβλημα εντοπίζεται στην έλλειψη σαφούς νομοθετικού πλαισίου και στην αντίσταση των παραδοσιακών παραγόντων, δηλαδή των επιχειρήσεων, των συνδικάτων, της Διοίκησης.
Στην Γαλλία, η αντίστοιχη Συνομοσπονδία συγκεντρώνει τους συνεταιρισμούς, την αντασφάλιση, τον τομέα αλληλοβοήθειας αλλά και οργανισμούς για την κατοικία και τα αυτοκίνητα.
Στην Πορτογαλία, οι συνεταιρισμοί παρεμβαίνουν για θέματα των ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων, και γενικότερα για ζητήματα φιλανθρωπίας, για την ανάπλαση περιοχών και την αναπαλαίωση κατοικιών, για την αγροτική παραγωγή.
Αλλά και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού αναπτύσσεται έντονα η ιδέα των clusters, η «ιδέα του δημιουργικού μορφώματος». Η ιδέα αυτή είναι θεμελιωμένη στην αναπτυξιακή διάσταση της τέχνης, όσον αφορά στην οικονομία, αφού είναι ικανή να δημιουργεί θέσεις εργασίας, τουρισμό και κατά συνέπεια εισόδημα. Στις Πολιτείες της Μασαχουσέτης και της Φιλαδέλφειας η ιδέα αυτή έχει προκαλέσει αξιοσημείωτα αποτελέσματα.
Πέραν όμως της βελτίωσης των οικονομικών δεικτών, η κοινωνική οικονομία και ο συμπληρωματικός της χαρακτήρας έχει τη δυνατότητα να μετριάζει τις ρωγμές που εμφανίζουν άλλοι οικονομικοί τομείς, αποκαθιστώντας την ευρυθμία του συστήματος.
Ταυτόχρονα η κοινωνική οικονομία συντελεί στην προσπάθεια επίλυσης προβλημάτων, όπως η κοινωνική φροντίδα, η κοινωνικοοικονομική περιθωριοποίηση και ο αποκλεισμός, η οικολογική καταστροφή, ενδυναμώνοντας την κοινωνική συναίνεση – αλληλεγγύη.
Στην Ελλάδα ένα πλέγμα ιστορικών, πολιτιστικών και οικονομικών όρων δημιούργησαν απρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη των συνεταιρισμών και της ιδέας της κοινωνίας των πολιτών. Μάλιστα η έννοια του συνεταιρισμού παρέμεινε περιορισμένη στα όρια της αγροτικής παραγωγής και σε μικρότερο ακόμα βαθμό σε τράπεζες, ταμεία υγείας, εμπορία καπνού κ.τ.λ.
Εντούτοις το ευρωπαϊκό πρότυπο πυροδότησε εξελίξεις. Καθώς έχει εμπεδωθεί πλέον ότι η κοινωνική οικονομία συμβάλλει θετικά στον τομέα της οικονομίας, της απασχόλησης, της κοινωνικής συνοχής και συνεπώς στην ανάπτυξη, δρομολογούνται το τελευταίο χρονικό διάστημα από την πλευρά της ελληνικής Πολιτείας παρεμβάσεις και υποστηρικτικά μέτρα, ώστε να δημιουργηθεί γόνιμο έδαφος για την άνθισή της στον ελληνικό χώρο.
ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ
από τον Vasilis Taktikos, Σάββατο, 30 Οκτώβριος 2010 στις 7:57 π.μ.
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η οριζόντια συνεργασία των κοινωνικών δικτύων με τους φορείς της Τ.Α. και στη συγκεκριμένη περίπτωση με τους κοινωνικά δίκτυα και οργανώσεις περιβάλλοντος, είναι το κλειδί για να πάει μπροστά τόσο η υπόθεση της οικοπροστασίας , όσο και η πράσινη επιχειρηματικότητα που είναι η κινητήρια δύναμη για να έχουμε ένα βιώσιμο αστικό περιβάλλον.
Αυτές οι δύο έννοιες πάνε μαζί και θα πρέπει να τις βλέπουμε παράλληλα. Δεν μπορούμε να έχουμε την επιθυμητή προστασία του περιβάλλοντος, όπως για παράδειγμα, την μείωση της αστικής ατμοσφαιρικής ρύπανσης εάν δεν κινητοποιήσουμε οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας και της πράσινης ανάπτυξης. (το λεγόμενο κοινωνικό κεφάλαιο)
Και δεν μπορούμε να κινητοποιήσουμε πόρους και πολιτικές σε ικανό βαθμό εάν δεν κινητοποιηθούν τοπικές κοινωνίες και τοπική αυτοδιοίκηση για να «καλλιεργήσουν» το έδαφος τόσο της ζήτησης όσο και της επιχειρηματικότητας προς αυτή την κατεύθυνση.
Οι πολιτικές για το αστικό περιβάλλον και την πράσινη ανάπτυξη δεν γίνονται σε αυτόματο πιλότο. Χρειάζονται τα κοινωνικά δίκτυα και η προώθηση της συμμετοχικής δημοκρατίας στη βάση.
Παραδείγματα Κοινωνικών Επιχειρήσεων
Στο τομέα υγείας, παιδείας, πολιτισμού, κοινωνικής αλληλεγγύης, προστασίας του περιβάλλοντος και πράσινης ανάπτυξης, συνεταιριστικών τραπεζών.
Στο τομέα υγείας
·    · Στο τομέα της υγείας εκτός από τα διάφορα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που υπάρχουν από αιώνες, έχουμε κοινωνικές επιχειρήσεις και συνεταιρισμούς για την φροντίδα ηλικιωμένων ομάδων με ειδικά προβλήματα υγείας.
·    · Εταιρείες παροχής υπηρεσιών για προσπελάσιμα συστήματα μεταφορών (εταιρίες ταξί και λεωφορείων)
·    · Τεχνικές εταιρίες με εξειδίκευση στην κατασκευή χώρων προσπελάσιμων
·    · Εταιρίες πληροφορικής παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών (αναπήρους, ηλικιωμένους, κτλ)
Στο τομέα της παιδείας και της επιμόρφωσης
·    · Μη κερδοσκοπικές εταιρείες μελετών ερευνών και σπουδών για την ιστορία του τύπου ……
·    · Εκδοτικές δραστηριότητες, τοπικές εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία.
·    · Δια βίου μάθηση
·    · Επαγγελματική κατάρτιση και αποκατάσταση
Στο τομέα κοινωνικής αλληλεγγύης
Κοινωνικά παντοπωλεία
Συστήματα μη χρηματικών ανταλλαγών με την χρήση του διαδικτύου.
Στο τομέα του πολιτισμού
Διάφορα μουσεία, βιβλιοθήκες, πολιτιστικά κέντρα, φεστιβάλ
Συμβουλευτικές εταιρείες διατήρησης πολιτιστικής κληρονομίας και για την τοπική πολιτιστική ανάπτυξη.
Στο τομέα του περιβάλλοντος και της πράσινης ανάπτυξης
·    · Εταιρείες δασοπροστασίας και ανάπτυξης του πράσινου
·    · Διαχείρισης οικότοπων και οικοσυστημάτων
·    · Οικοτουρισμού και υπαίθριων δραστηριοτήτων
·    · Τουριστικά καταλύματα που διαχειρίζονται συλλογικές οργανώσεις
·    · Εταιρείες παραγωγής ήπιων μορφών ενέργειες
·    · Αγρoτικοί – οικοτεχνικοί – αγροτουριστικοί συνεταιρισμοί
·    · Λειτουργία εργαστηρίων: κεραμικής, δερματοτεχνίας, κατασκευής και παλαίωσης ξύλινων εικόνων, κατασκευής εκκλησιαστικού και καλλιτεχνικού κεριού, κατασκευής ευχετήριων καρτων́, ανθοσύνθεσης- ανθοδετικής, θερμοκηπίου, πηλου, υφαντών, κεντημάτων, κούκλων, παραδοσιακών στολων κα
·    · Εταιρείες διαχείρισης αποβλήτων και υδάτων
·    · Εταιρείες βιολογικών καλλιεργειών, οικολογικών προϊόντων (μεταποίηση φαρμακευτικών, αρωματικών φυτών, κ.α)
·    · Εταιρείες μελισσοκομίας και δενδροκομίας
·    · Αλιευτικές εταιρείες (μεταποίηση, τυποποίηση, παραγωγή και εκμετάλλευση αλιευτικών προϊόντων)
·    · Εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες και προϊόντα εστίασης και catering
·    · Εταιρείες που λειτουργούν κέντρα δημιουργικής απασχόλησης, φιλοξενίας
·    · και ψυχαγωγίας παιδιών, ηλικιωμένων ή ΑΜΕΑ
Στο τομέα της συγκέντρωσης και διαχειρίσεις κεφαλαίου
·    · Συνεταιρίστηκες ή «ηθικές» τράπεζες
·    · Οικοδομικούς συνεταιρισμούς
·    · Εταιρείες λαϊκής βάσης τοπικής ανάπτυξης
·    · Συμβουλευτική επιχειρήσεων και υλοποίησης ευρωπαϊκών και εθνικών προγραμμάτων
ΟΙ ΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
ΠΟΙΑ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ από την Ε.Ε
Το ερώτημα είναι πάντα πού θα βρεθούν οι πόροι σε μια περίοδο κρίσης. Μα οι πόροι για την κοινωνική οικονομία υπάρχουν και προέρχονται κατά κύριο λόγο από τα προγράμματα της Ε.Ε που αναδεικνύουν και ενισχύουν τους κοινωνικούς και ανθρώπινους πόρους .
Το ΕΚΤ, για παράδειγμα, είναι το σημαντικότερο χρηματοδοτικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση.
Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) είναι ένα από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της Ε.Ε., το οποίο ιδρύθηκε με σκοπό τη μείωση των διαφορών ευημερίας και επιπέδου ζωής στα κράτη μέλη και τις περιφέρειες της Ε.Ε., για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Στην Ελλάδα με βάση τους πόρους του Ε.Κ.Τ. για την προγραμματική περίοδο 2007 – 2013 έχουμε 3 Τομεακά Επιχειρησιακά Προγράμματα, τα οποία κατανέμονται ως εξής: «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού 2007-2013» «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007-2013» , «Εκπαίδευση και Δια βίου Μάθηση 2007-2013»
Προβλέπεται ότι ένα ποσοστό περίπου 2% εως 5% θα πρέπει να απορροφάται μέσω των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Η κατεύθυνση αυτή της Ε.Ε καταστρατηγείται από το ελληνικό κράτος, ιδιαίτερα στον τομέα της δια βίου μάθησης και στο επιχειρησιακό πρόγραμμα του υπουργείου Παιδείας. Για αυτή την στρέβλωση ως Δίκτυο «Σύμπραξη ΜΚΟ» έχουμε κάνει ειδική αναφορά προς το Υπουργείο Παιδείας και δια βίου Μάθησης προκειμένου να τηρηθούν οι κοινοτικές οδηγίες σε ότι αφορά τον ρόλο και τα δικαιώματα των ΜΚΟ.
Προτάσεις μας:
Η αντιμετώπιση του θεσμικού ελλείμματος της κοινωνικής οικονομίας απαιτεί ολοκληρωμένο σχεδιασμό αντιμετώπιση του κατακερματισμού της διοίκησης και πόρων, αντιμετώπιση της κατασπατάλησης των πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου από την γραφειοκρατία και τους ενδιάμεσους, χωρίς να φτάνουν στο τελικό αποδέκτη, τον αδύναμο πολίτη.
Περιμένουμε να αντιμετωπιστεί κάποτε η τραγική .......
Για του λόγου το αληθές αρκεί μια έρευνα σε αυτό το πεδίο θα αποδείξει την τραγική κατάσταση που επικρατεί, στην διαχείριση των πόρων στην δια βίου μάθηση και στα προγράμματα κατάρτισης των ανέργων.
1. Δημιουργία επιμελητηρίων κοινωνικής οικονομίας με την συμμετοχή των Οργανώσεών της Κοινωνίας Πολιτών και των Κοινωνικών Επιχειρήσεων.Συντονισμός των Υπουργείων Εργασίας, Παιδείας, Υγείας, Περιβάλλοντος και περιφερειακής Ανάπτυξης.
2. Καθιέρωση της ουσιαστικής διαβούλευσης για θέματα κοινωνικής οικονομίας και πράσινης ανάπτυξης, με βάση την γνήσια εκπροσώπηση των οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών και των κοινωνικών φορέων που εμπλέκονται στην κοινωνική οικονομία με τις αρχές της συμμετοχικής δημοκρατίας.
Η κυβέρνηση πρέπει να απαιτήσει την γνήσια εκπροσώπηση και να μην βολεύεται με εικονικές εκπροσωπήσεις.
Του μεμονωμένου πολίτη / επισημάνουμε ότι αυτό δεν αντικαθιστά τις συλλογικότητες.
3. Άμεση σύνδεση της “Δια Βίου Μάθησης” με την κοινωνικής επιμόρφωση, την επιχειρηματικότητα, την καινοτομία με την ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση με στόχο μετρήσιμα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση ανεργίας, αλλά και την ενίσχυση ενός μορφωτικού κινήματος.
Καμία προσπάθεια δεν μπορεί να αποδώσει ουσιαστικά στην δια ...... εάν δεν υπερπηδηθούν τα “προνόμια” της γραφειοκρατίας που ροκανίζει τους πόρους από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο για να δοθούν στον πραγματικό δικαιούχο, τον αδύναμο πολίτη.
Γιατί εδώ έχουμε ένα φαινόμενο στο οποίο δια μέσω της δια βίου μάθησης επιδοτείται η γραφειοκρατία και οι ενδιάμεσοι.
4. Για να επιτύχει η αλλαγή στην επιδοματική πολιτική με στόχο την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας προϋπόθεση είναι η στόχευση στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών σε μετρήσιμους στόχους.
Οι επιλέξιμες λοιπόν ενέργειες και δαπάνες θα πρέπει αν γίνονται σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους που προσφέρουν προστιθέμενη αξία στην τοπική κοινωνία, κοινωφελές έργο και βιωματική κατάρτιση στους νέους εργαζόμενους.
5. Δημιουργία θεσμικών υποδομών χρηματοδότησης για την βιωσιμότητα των κοινωνικών και πράσινων επιχειρήσεων πέρα από την αρχική επιδότηση για την ίδρυση. Εξασφάλιση της πρόσβασης τους στο τραπεζικό σύστημα, ενθάρρυνση ηθικών, πράσινων και συνεταιριστικών τραπεζών εκεί που αναδεικνύονται σχετικές πρωτοβουλίες από την κοινωνία
6)Ο σχεδιασμός για την κοινωνική οικονομία εκτός των άλλων προγραμμάτων πρέπει να προβλέπει την προκήρυξη ενός μέτρου για “πρότυπα καινοτόμα σχέδια ανάπτυξής” στην κοινωνική οικονομία, το περιβάλλον και την πράσινη επιχειρηματικότητα.
Να προβλέπει τις κοινωνικές συμπράξεις τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών και επιχειρήσεων. Να προσφέρει περιθώρια συμμετοχής και δημοκρατικού προγραμματισμού σε επίπεδο περιφέρειας και τοπικών κοινωνιών στο πλαίσιο υλοποίησης του σχεδίου “Καλλικράτης”.

Τα πλεονεκτήματα της Τοπικής Αυτοδιοικήσης στην Κοινωνική Οικονομία
Το νέο περιβάλλον

Οι κοσμογονικές επιδράσεις στο επίπεδο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και της διογκωμένης φτώχειας υπαγορεύουν προτεραιότητα σε πολίτικες όπως η Κοινωνική Οικονομία, και καθιστούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση το επίκεντρο αναπτυξιακών πρωτοβουλιών από τα κάτω.

Οι κυβερνήσεις είναι αναγκασμένες να αναθεωρήσουν το αναπτυξιακό μοντέλο και να δώσουν σημαντικό ρόλο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και τις Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών στην προσφορά κοινωνικής πρόνοιας και υπηρεσιών.

Στην χώρα μας βεβαίως υπάρχει θεσμικό έλλειμμα αντιπροσώπευσης των ΜΚΟ που απαιτουνται σε τοπικό επίπεδο για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας. Αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με την ευκαιρία της ανασυγκρότησης της Τ.Α.


Υπάρχει πλέον επιστημονική τεκμηρίωση ότι ο δείκτης ανάπτυξης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών έχει άμεση σχέση με την κοινωνική οικονομία και αυτός ο δείκτης με τη σειρά του έχει σχέση με την ανθεκτικότητα της οικονομίας και την αντιμετώπιση της κρίσης και της διαφθοράς. η Κ.τ.Π. στο βαθμό που είναι αναπτυγμένη επιβάλλει τη διαφάνεια.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ Ο.Κ.Π
Βασίλης Τακτικός

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΜΠΡΑΞΕΙΣ
Το ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών  μέσα από μεθοδευμένη σκληρή ομαδική δουλειά και συστηματικές παρεμβάσεις έχει από καιρό χαράξει τον δρόμο της οριζόντιας συνεργασίας και των δημιουργικών παρεμβάσεων με τις τοπικές κοινωνίες τόσο από την πλευρά των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών, όσο και από την πλευρά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκηση. Σε μια εξαιρετικά δύσκολη χρονική στιγμή και συγκυρία για την Ελληνική κοινωνία, ίσως τη δυσκολότερη που βίωσε ποτέ η χώρα μας, με την οικονομία σε στάση κι αδιέξοδο και το περιβάλλον εχθρικό κι αντίξοο, ανάμεσα σε δεκάδες απεχθή μέτρα, ψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2011 στη βουλή ο νέος νόμος για την κοινωνική οικονομία και τις αναπτυξιακές συμπράξεις.  Έτσι η κοινωνική ενότητα η οποία πάντα λειτουργούσε σαν ασπίδα αλλά και σαν τεράστια δύναμη πίεσης ενάντια ό,τι είναι αναγκαίο να αλλάξει,  θεσμοθετείται για πρώτη φορά κι αυτό που στην ουσία επιχειρείται να στηριχθεί είναι η δράση όλων εκείνων που είναι  κοινωνικά και περιβαλλοντολογικά ευαισθητοποιημένοι κι αντιλαμβάνονται τη κοινωνία όσο και τις Οργανώσεις της, σαν ένα ενιαίο δίκτυ προστασίας απέναντι στα σημεία των καιρών. Σαν υπεύθυνοι, ενήλικες, σκεπτόμενοι πολίτες είμαστε επομένως υποχρεωμένοι να αλλάξουμε σελίδα. Ο ατομικισμός, το εύκολο κέρδος κι η παράδοση της ελευθερίας μας στα χέρια του κράτους-κηδεμόνα που φρόντιζε για εμάς - χωρίς εμάς, μάς οδήγησαν στο χείλος της αβύσσου.

Το αργόσχολο, αργόμισθο, υπερτροφικό και υπερπροστατευτικό κράτος στο οποίο, τόσα χρόνια, επιτρέπαμε να μας χειραγωγεί και να μας ευνούχιζε παραπαίει κι αργοπεθαίνει.  Κατά παράδοξο τρόπο, αυτό το ίδιο κράτος μας πετάει τελευταία στιγμή το σωσίβιο των αναπτυξιακών κοινωνικών συμπράξεων.

Στη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία η λειτουργία του θεσμού της κοινωνικής οικονομίας και των αναπτυξιακών συμπράξεων αποτελεί πρόκληση αλλά και μονόδρομο. Είναι το κλειδί για να γίνουν βιώσιμες κοινωνικές και κοινωφελείς υπηρεσίες που σήμερα αποδυναμώνονται ή και καταργούνται από ένα κράτος που πιέζεται δημοσιονομικά λόγω χρέους. Για πρώτη φορά στην Ελληνική νομοθεσία αναφέρεται επίσημα ο όρος «κοινωνική οικονομία», αποσαφηνίζεται η έννοια και καθορίζονται οι κανόνες λειτουργίας των κοινωνικών επιχειρήσεων με την εισαγωγή του νεωτερισμού των «Αναπτυξιακών Συμπράξεων», η δυναμική των οποίων μπορεί να μειώσει το κόστος κοινωφελών υπηρεσιών, να δημιουργήσει τοπική απασχόληση εκεί που το κράτος και η αγορά αδυνατούν, να μειώσει το κόστος συναλλαγών και να εξασφαλίσει βιωσιμότητα υπηρεσιών εκεί που, με συνθήκες κρατικής λειτουργίας, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος παρά η κατάργηση. Οι Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών βγαίνουν από την αφάνεια και καθίστανται, σε εθνικό τουλάχιστον επίπεδο,  ισότιμος συνομιλητής στον κοινωνικό διάλογο, όσον αφορά τη διανομή  των πόρων του Ευρωπαϊκού Ταμείου.

 Όμως το όραμα για μία καινούργια κοινωνία είναι ακόμα αδιαμόρφωτο για τους περισσότερους, αρκετοί εξακολουθούν να βλέπουν το αδιέξοδο και να μην είναι, τουλάχιστον προς το παρόν, διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν το παλιό, που δεν δουλεύει, προς χάριν του καινούργιου που είναι ακόμα αδοκίμαστο κι επομένως τρομακτικό. Κι όμως! Η κοινωνική οικονομία, όπως είδαμε, βασίζεται στην ισορροπία μεταξύ ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων, ανθρώπινων αναγκών και συστημάτων της αγοράς κι αποτελεί ένα οργανικό σύνολο, αλληλεξαρτήσεων μεταξύ οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, πολιτισμικών δράσεων και προσπαθειών. Στόχος της είναι η ισορροπία, η βιωσιμότητα, η στήριξη κι η ενδυνάμωση του «μέρους» για τη βέλτιστη, την ειρηνική, αρμονική, δημιουργική κι αλληλέγγυα συνύπαρξη του «όλου», δεν προσβλέπει  στον πλουτισμό και τη σώρευση κεφαλαίων αλλά στη βιώσιμη αλληλεπίδραση ανθρώπου, φύσης κι οικονομικών πόρων πέρα από κάθε είδους διαφορές και διαχωρισμούς με στόχο μια καλύτερη ζωή σ' έναν καλύτερο κόσμο. Ως τρίτος τομέας της οικονομίας μπορεί να αποτελεί νεολογισμό για την Ελλάδα, αλλά η δυναμική των κοινωνικών συμπράξεων έχει με επιτυχία δοκιμαστεί στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο κι έχει έμπρακτα μειώσει το κόστος των κοινωφελών υπηρεσιών συμβάλλοντας σημαντικά στη τοπική απασχόληση.  Κι αυτό δεν οφείλεται σε κάποια πολύπλοκη οικονομική εξίσωση αλλά σε δυο εξαιρετικά απλούς λόγους.  Πρώτον, οι κοινωνικές συμπράξεις δραστηριοποιούνται κυρίως σε τομείς που το κράτος και οι επιχειρήσεις είτε δεν επιθυμούν είτε δεν μπορούν και δεύτερον οι κοινωνικές συμπράξεις δεν αποσκοπούν στον πλουτισμό, πατώντας επί πτωμάτων, αλλά σε μια αξιοπρεπή και τίμια αμοιβή – ανταμοιβή για την προσφορά τίμιων υπηρεσιών κοινωνικής αλληλεγγύης.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το στοίχημα! Σε μια χώρα όπου η ατομική πρωτοβουλία και η μοναχική δράση αποτελούν λάβαρο, σε μια χώρα όπου επιχειρήσεις διαλύονται εν μια νυκτί «λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων» η δημιουργία αναπτυξιακών συμπράξεων θέτει σαν απαραίτητη προϋπόθεση τη συνεργασία! Η Οργανωμένη Κοινωνία Πολιτών, έχει και στο παρελθόν δείξει τη δυναμική, τη προσαρμοστικότητα και την διαφορετικότητα της. Τόσο για τους φορείς της όσο και τους συνειδητοποιημένους εθελοντές που την πλαισιώνουν η αυτοργάνωση κι η ομαδικότητα ήταν πάντα τρόπος δουλειάς και τρόπος αντιμετώπισης των δυσκολιών.  Οι κοινωνικές συμπράξεις προήλθαν σαν ανάγκη θεσμοθέτησης δράσεων που ήδη λειτουργούσαν προσφέροντας τη δυνατότητα περαιτέρω αξιοποίησης του κοινωνικού, εθελοντικού και ηθικού κεφαλαίου για την ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας σε τομείς κοινωνικής ωφέλειας. Οι αναπτυξιακές συμπράξεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια τεχνοκρατική διατύπωση αυτού που συμβαίνει ήδη. Της οριζόντιας συνεργασίας και δικτύωσης των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών.  Όμως οι οργανώσεις θα πρέπει να δείξουν ευρύτητα πνεύματος και να αντιδράσουν άμεσα επειδή όλα αυτά είναι περίπλοκες διαδικασίες για τα μέχρι τώρα δεδομένα. Και για να είμαστε ρεαλιστές, δεν θα πρέπει να πιστεύουμε ότι τα φαινόμενα του παρελθόντος έληξαν κι αρχειοθετήθηκαν με έναν νόμο. Πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα μεθοδεύουν και θα κατεργάζονται τεχνάσματα προκειμένου να καρπωθούν τα μέγιστα και να ικανοποιήσουν πελατειακές σχέσεις παλαιού τύπου.
Οι Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών οφείλουν να οργανωθούν σε περιφερειακές συμπράξεις, ακολουθώντας λίγο πολύ την δομή και τη λογική του σχεδίου Καλλικράτης αλλά και σε θεματικές σύμφωνα με το εξειδικευμένο πεδίο δράσης τους ή το γνωστικό τους αντικείμενο, και στη συνέχεια να συνεργαστούν είτε με τη τοπική αυτοδιοίκηση είτε με τη περιφέρεια προκειμένου να αναλάβουν την υλοποίηση συγκεκριμένων προγραμμάτων.

Η Κοινωνία πολιτών έχει ήδη καταφέρει πολλά κι έχει μέχρι τώρα παρέμβει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, αλλά πρέπει να έχει κάτι μεγάλο κι ουσιαστικό,  μια ουσιαστική και δομημένη παρουσία, αν θέλει να αυξήσει τη διαπραγματευτική της ικανότητα και να έχει αποτελέσματα. Και οι συμπράξεις, εκτός όλων των άλλων, προσφέρουν αυτή την ευκαιρία. Έβαλε τα θέματα που την αφορούν στην βουλή, τάραξε τα νερά και στην ουσία, έκανε μια μικρή επανάσταση για τα ελληνικά δεδομένα που είχε σαν αποτέλεσμα τον νόμο για την κοινωνική οικονομία και τις κοινωνικές αναπτυξιακές συμπράξεις ο οποίος, επί της ουσίας, δίνει τη πλειοψηφία και το προβάδισμα στη Κοινωνία Πολιτών όσον αφορά την υλοποίηση προγραμμάτων. Πρόκειται για ένα μεγάλο επίτευγμα της οριζόντιας συνεργασίας. Η Κοινωνία Πολιτών μπαίνει ισότιμα στο παιχνίδι για πρώτη φορά, με 22 ολόκληρα χρόνια καθυστέρηση! Κι ενώ θα έπρεπε ήδη να διαδραματίζει σοβαρό ρόλο από το 1989, όταν δηλαδή η Ελλάδα μπήκε στη διαδικασία των κοινοτικών προγραμμάτων με το λεγόμενο τότε «πρώτο πακέτο Ντελόρ», κρατήθηκε τεχνηέντως σε ύπνωση με στόχο την υφαρπαγή των πόρων που δικαιωματικά της ανήκαν από διάφορους κρατικούς μηχανισμούς και κρατικοδίαιτους. Πρακτική της εποχής ήταν, με αδιαφάνεια και τεχνοκρατικά τερτίπια, να εκχωρείται όσο το δυνατόν μικρότερο κομμάτι Ευρωπαϊκών πόρων στη Κοινωνία Πολιτών μέσω των κανονικών οδών και το υπόλοιπο να μοιράζεται μέσω υπουργών, βουλευτών, πολιτικών γραφείων και κομμάτων  μέσα από πελατειακές σχέσεις. Σήμερα, όχι χωρίς εμπόδια, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ο χώρος της Κοινωνίας Πολιτών σαν ισότιμος δικαιούχος και συνομιλητής και δεν μένει παρά η ίδια η Κοινωνία Πολιτών να διεκδικήσει το ρόλο της και να επιβάλλει τη παρουσία της. Η δυσκολία βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι μέχρι σήμερα ρόλο κοινωνικών εταίρων και κοινωνικών συνομιλητών, τόσο με το κράτος όσο και με την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση παίζουν οι συνδικαλιστές και τα επαγγελματικά - εμπορικά σωματεία αφού αυτοί, ως ευθέως διαπλεκόμενοι και εμπλεκόμενοι με το κράτος, σαν παλαιότεροι, εμπειρότεροι και με βαθιά εγκατεστημένους πελατειακούς μηχανισμούς, έχουν εκτοπίσει τις Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών από όλα τα κοινωνικά φόρουμ και από τη συμμετοχή στην Ελληνική ΕΟΚΕ (Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή).

Σχέσεις και διαφορές των συνδικαλιστικών οργανώσεων με τις Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών
Η αλήθεια είναι ότι όταν μιλάμε για Οργανωμένη Κοινωνία Πολιτών, οφείλουμε να μιλάμε όπως είδαμε και στο σχετικό κεφάλαιο για όλες ανεξαιρέτως τις συλλογικότητες που εκφράζουν ή εκπροσωπούν την Κοινωνία στο σύνολό της.  Δηλαδή στην Οργανωμένη Κοινωνία πολιτών συνυπάρχουν και οφείλουν να συνυπάρχουν μαζί, εθελοντικές οργανώσεις, κάθε είδους σύλλογοι και σωματεία. Δεν θα πρέπει όμως να παραβλέπουμε το γεγονός ότι οι δυο τελευταίες κατηγορίες, συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις, είναι συλλογικότητες  αυτοβοήθειας ή αλληλοβοήθειας οι οποίες εξυπηρετούν το δικό τους κλαδικό, επαγγελματικό ή κοινωνικό συμφέρον. Όσον αφορά τον συνδικαλισμό, λόγω του ιστορικού και θεσμικού του ρόλου, παλεύει μόνον για ζητήματα οικονομικής κυρίως φύσης, που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων και δεν ασχολείται με το σύνολο των μελών της κοινωνίας ή αυτούς που έχουν ανάγκη, αλλά με το συμφέρον και την εξυπηρέτηση των μελών συγκεκριμένων σωματείων και είναι ένα οργανωμένος πυραμιδοειδώς. Η κορυφή της πυραμίδας είναι συνήθως στο παιχνίδι της εξουσίας ενώ η βάση απαρτίζεται από απλά μέλη και μάλιστα ως επί το πλείστον μέλη χαμηλόμισθα ή χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου από τα στελέχη της κορυφής, τα οποία συνήθως αγνοούν τελείως τις δράσεις των κορυφαίων συνδικαλιστικών στελεχών που τα εκπροσωπούν και φυσικά δεν μοιράζονται μαζί τους κανενός είδους προνόμια και προσβάσεις. Οι εθελοντικές οργανώσεις από την άλλη, είναι οργανωμένες οριζόντια κι είναι φορείς ετεροβοήθειας, δηλαδή πιο κοντά στο ρόλο της κοινωφέλειας, αφού ασχολούνται με όλους όσους χρειάζονται στήριξη, συνήθως ανεξάρτητα από επάγγελμα, φύλλο ή φυλή και παλεύουν για αξίες και κοινωνικά αγαθά που αφορούν τη κοινωνίας ως σύνολο.
Γίνεται επομένως σαφές ότι το να εκπροσωπείται ολόκληρος ο χώρος της Κοινωνίας Πολιτών από τους συνδικαλιστές είναι τουλάχιστον ανεπαρκές κι αντιδημοκρατικό, αν όχι απαράδεκτο. Φυσικά κι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ανήκουν δικαιωματικά στη Κοινωνία Πολιτών, δεν μπορούν όμως με κανένα τρόπο να είναι αυτές οι μόνοι εκπρόσωποι του χώρου είτε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) είτε στα υπουργεία, είτε στη διαβούλευση η οποία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της συμμετοχικής δημοκρατίας αφού δίνει στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να εκφράσουν επί ίσοις όροις τις απόψεις τους για θέματα που τους αφορούν και να συνδιαμορφώσουν αποφάσεις. Αναγνωρίζοντας λοιπόν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους εκπροσώπους τους ως τους μόνους συνομιλητές του κοινωνικού διαλόγου, το ίδιο το κράτος το οποίο θεσμοθέτησε τη διαβούλευση, την απαξιώνει αφού, στην ουσία αποκλείει τους γνήσιους εκπροσώπους της Κοινωνίας Πολιτών κι αντ’ αυτών συνομιλεί με τους συνδικαλιστές ή μεμονωμένες οργανώσεις για θέματα που αφορούν τη κοινωνική αλληλεγγύη, την κοινωνική οικονομία, τη στήριξη των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, την δια βίου μάθηση, τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, την προστασία του περιβάλλοντος  και γενικά για θέματα που αφορούν την κοινωνία στο σύνολό της. Επομένως ως Οργανωμένη Κοινωνία Πολιτών είμαστε υποχρεωμένοι  να διεκδικήσουμε και να τιμήσουμε τον ρόλο ο οποίος είδη έχει θεσμικά προσδιοριστεί από την ΕΕ και να παράγουμε, με φθηνότερο κόστος, αγαθά κι υπηρεσίες φιλικά προς το πολίτη, μέσα από τη κοινωνική οικονομία. Αυτά που ανακαλύπτονται στην Ελλάδα μόλις τώρα και ακούγονται ως νεωτερισμοί, στις υπόλοιπες χώρες της αναπτυγμένης Ευρώπης λειτουργούν και αποδίδουν εδώ και είκοσι χρόνια τουλάχιστον. Στη Γαλλία για παράδειγμα, το 40% των υπηρεσιών υγείας παρέχονται από την κοινωνική οικονομία, μέσω χρηματοδοτήσεων του ΕΚΤ, και τις Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών μέσω συμπράξεων.

Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) το οποίο χρηματοδοτεί τις δομές κοινωνικής αλληλεγγύης μέσω των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών θεσπίστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση με στόχο την εφαρμογή στη πράξη της συνθήκης της Λισαβόνας και το όραμα να βοηθήσει στη καταπολέμηση της φτώχειας, τη στήριξη των κοινωνικά ευπαθών ομάδων, δηλαδή όλων αυτών των μη προνομιούχων που δεν έχουν πρόσβαση στην υγεία, την παιδεία ή τη κοινωνική πρόνοια. Αυτών που χρειάζονται κάθε είδους στήριξη, αυτών που δεν έχουν τίποτα ή σχεδόν τίποτα, είναι άνεργοι, άστεγοι, ΑΜΕΑ, μετανάστες, μειονότητες κλπ. και πρέπει να πάρουν το μερίδιο που τους ανήκει παγκόσμια, ηθικά και κοινωνικά. Καθίσταται λοιπόν  απολύτως σαφές ότι το ΕΚΤ δεν θεσπίστηκε για τους εργαζόμενους που έχουν ασφάλιση, σύνταξη και κοινωνικές παροχές και αγωνίζονται, μέσω των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων, για κάτι καλύτερο. Κακώς και κυρίως καταχρηστικά οι συνδικαλιστικές οργανώσεις αντλούσαν μέχρι σήμερα πόρους  από το ΕΚΤ με τις πλάτες και την ανέχεια του κράτους.

Ευκαιριακές συμπράξεις, κοινοπραξίες, αναπτυξιακές εταιρείες και συνεταιρισμοί
Και για να επανέλθουμε στις συμπράξεις.
Δεν είναι η πρώτη που έρχεται στη χώρα μας το μοντέλο των συμπράξεων.  πριν πολλά χρόνια αλλά με εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα. Συμπράξεις γινόταν σχεδόν αποκλειστικά προκειμένου να παρθεί ένα πρόγραμμα και με τη λήξη του όλα τελείωναν. Μέχρι τώρα έτσι δόθηκαν τα χρήματα και δεν έχει πιάσει τίποτα τόπο. Διάφορα site και portal για παράδειγμα που έχουν κοστολογηθεί για 500.000€ δεν κάνουν 5.000€. Έχουν γίνει του κόσμου οι αρπαχτές, δήθεν για τη δικτύωση της κοινωνίας, δήθεν για την εκπαίδευση άνεργων γυναικών κλπ. Χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Στην αποθέωση της στρέβλωσης κάποιες ΔΕΚΟ με κάποιες δικές τους τάχα ΜΚΟ εκπαιδεύανε δήθεν γυναίκες. Δαπάνησαν 1,5 εκατομμύριο και στο τέλος δεν δημιούργησαν καμία θέση απασχόλησης. Αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα σε σχέση με το δημόσιο. Κατακερματισμός, ευκαιριασμός, ασυνέχεια, άγνοια κι αδιαφορία. Τώρα για πρώτη φορά, με τον νέο νόμο, οι συμπράξεις προωθούνταν θεσμικά. Δηλαδή για να πάρει μια σύμπραξη ένα πρόγραμμα πρέπει να λειτουργεί στον χώρο και τον χρόνο, να έχει καταστατικό, να έχει δομή, να έχει γραφεία και δεν μπορεί να είναι μια ευκαιριακή υπόθεση. Είναι απαραίτητο να περάσουμε πλέον στη οργανωμένη και θεσμοθετημένη κοινωνική οικονομία.

Για εμάς αυτό αποτελεί μια δικαίωση και για την κοινωνία μια λύση, αφού οι Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών, μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες σαν κι αυτές που παρέχουν φορείς του δημοσίου ή ιδιωτικές επιχειρήσεις με πολύ χαμηλότερο κόστος, πολλές φορές με το 1/3. Μάλιστα στον τομέα των υπηρεσιών και της πληροφορίας ένα δίκτυο αυτοργανωμένο όπως είναι το ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ στοιχίζει 10 φορές λιγότερο από ότι ένα κέντρο επικοινωνίας του κράτους. Και παίρνουμε τελευταίο παράδειγμα το ΕΡΓΟ ΠΟΛΙΤΩΝ, τον κρατικό οργανισμό για τον εθελοντισμό, ο οποίος ιδρύθηκε σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα και με το οποίο συνειδητά συνεργαστήκαμε. Η λειτουργία του οργανισμού στοίχιζε αρχικά στο κράτος 1,5 εκατομμύριο € τον χρόνο ενώ τελευταία το κόστος λειτουργίας έπεσε στο 1 εκατομμύριο €. Αποστολή του ήταν να παρέχει δομές επικοινωνίας, πληροφόρησης και δικτύωσης μεταξύ των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών, έργο το οποίο αυτή τη στιγμή εκτελεί το ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ με κόστος 2-3 χιλιάδες ευρώ τον μήνα δηλαδή περίπου 300.000 € τον χρόνο και η δουλειά γίνεται πολύ πιο αποτελεσματικά. Εκεί δουλεύανε 30 άτομα. Αυτή είναι η κατάσταση με το κράτος. Αυτό συμβαίνει σε κάθε επίπεδο.

Ένα άλλο στοιχείο αφορά τις κρατικές ή οι δημοτικές αναπτυξιακές εταιρείες οι οποίες υπάρχουν σ' όλη τη χώρα κι έφτασαν να δαπανούν το 30% των κεφαλαίων που προορίζονται για την ανάπτυξη, ως δικά τους εσωτερικά έξοδα λειτουργίας! Είναι λοιπόν φανερό, ότι οι συμπράξεις μπορούν να λειτουργήσουν με ελάχιστο διοικητικό κόστος αφού για παράδειγμα το διοικητικό συμβούλιο είναι άμισθο. Και μόνον από αυτό καθίσταται ολοφάνερο ότι οι ίδιες ποιοτικές υπηρεσίες, αν όχι και καλύτερες, μπορούν να προσφερθούν σε πολύ χαμηλότερη τιμή. Η κοινωνική οικονομία και οι αναπτυξιακές συμπράξεις φέρνουν την επανάσταση στη διαχείριση των κοινωνικών πόρους , είτε πρόκειται για χρήματα της ΕΕ είτε για χρήματα του έλληνα φορολογούμενου. Όταν τους πόρους αυτούς τους δαπανά το ίδιο το κράτος έχουν πολύ μικρότερη απόδοση από ότι να τους δαπανούν οι Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών η οποία αφ' ενός λειτουργεί δωρεάν σε επίπεδο μάνατζμεντ, επικοινωνίας, διάχυσης πληροφορίας και αφ' ετέρου χρησιμοποιεί το κοινωνικό κεφάλαιο και τον εθελοντισμό σε επίπεδο παροχής υπηρεσιών . Επομένως υπάρχουν άπειρα επιχειρήματα και για να πείσει κανείς και ταυτόχρονα να δείξει προς τα έξω ότι μια σύμπραξη είναι ένα βιώσιμο σύστημα.


Η σύμπραξη συνθέτει κοινωνικό κεφάλαιο, από τους εθελοντές, από τους επωφελούμενους, από τις χορηγίες των επιχειρήσεων και των ιδιωτών κλπ. Μια οργανωμένη σύμπραξη η οποία μπορεί να καλύπτει τα βασικά της έξοδα, μπορεί να ενεργοποιήσει ανενεργούς πόρους, για παράδειγμα να χρησιμοποιήσει ανενεργά κτίρια του δημοσίου ή των δήμων, να απαλλάξει τη τοπική αυτοδιοίκηση από ένα κόστος που έχει για κοινωνικές υπηρεσίες όπως να πληρώνει δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι δεν είναι πάντα αποτελεσματικοί. Για παράδειγμα, έχει αποδειχτεί στη πράξη ότι όσον αφορά το πρόγραμμα «βοήθεια στο σπίτι» μια οργάνωση μπορεί να προσφέρει το ίδιο επίπεδο υπηρεσιών με έναν δήμο αλλά στο μισό λειτουργικό κόστος. Σε μια κοινωνική σύμπραξη δεν μπορεί να συμβαίνουν ανορθολογισμοί διότι δεν έχει μονίμους δημοσίους υπαλλήλους που πληρώνονται βρέξει χιονίσει. Έχει ένα πρόγραμμα με ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ένα συγκεκριμένο προϋπολογισμό και δεν έχει την πολυτέλεια να ξεφύγει από αυτό ούτε στο ελάχιστο. Αντίθετα πολλές δημοτικές αναπτυξιακές εταιρείες έχουν μόνιμο προσωπικό και επί σειρά ετών δεν έχουν πραγματοποιήσει ούτε ένα πρόγραμμα όπως για παράδειγμα τοπικές αναπτυξιακές Δήμων που πληρώνονται κανονικά και επί 4 χρόνια δεν έχουν υλοποιήσει ούτε ένα πρόγραμμα! Δεν μπορεί να συμβεί αυτό σε μια ΜΚΟ ή σε μια αναπτυξιακή σύμπραξη. Είναι τεράστια η διαφορά. Δηλαδή αν στους δήμους αντί για αναπτυξιακές εταιρείες δραστηριοποιούνταν συμπράξεις Οργανώσεων της Κοινωνία Πολιτών θα γινόταν σημαντικότατη οικονομία πόρων για ίδιο και υψηλότερο επίπεδο υπηρεσιών. Αυτή είναι μια εξοικονόμηση τελικά υπέρ του πολίτη αλλά και υπέρ του ίδιου του δημόσιου υπάλληλου πολίτη. Γιατί αν οι υπηρεσίες που παρέχονται είναι ακριβές το κόστος το υφίστανται όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως. Άρα οι κοινωνικές αναπτυξιακές συμπράξεις έρχονται να καλύψουν μια ανάγκη προσαρμογής της Ελληνικής οικονομίας, να δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις εργασίας, γιατί όταν η πίττα διανέμεται δίκαια παίρνουν περισσότεροι. Με τον τρόπο αυτό μένουν περισσότεροι πόροι για να επενδυθούν κάπου αλλού, διότι όταν υπάρχει εξοικονόμηση υπάρχει πάντα η δυνατότητα να αναπτυχθούν νέοι τομείς και νέες πρωτοβουλίες προς όφελος του πολίτη. Εν κατακλείδι: όταν γίνεται μια εξοικονόμηση σοβαρού μεγέθους, μπορούν τελικά να εργαστούν περισσότεροι είτε στον ιδιωτικό τομέα είτε στον κοινωνικό τομέα αφού μόνον όταν κάποιος δουλεύει ή όταν προσφέρει θα αμοίβεται, ενώ στο δημόσιο παίρνει και χωρίς να προσφέρει στερώντας από άλλους.

Αυτά είναι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των αναπτυξιακών συμπράξεων των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών κι ευτυχώς, κατ' ανάγκη κι υπό πίεση, η Ελληνική πολιτεία πέρασε τελευταία στιγμή το άρθρο 18 στον νόμο 4019/2011 και θεσμοθέτησε κάτι που έπρεπε να υπάρχει εδώ και 22 ολόκληρα χρόνια! την κοινωνική οικονομία και τις αναπτυξιακές συμπράξεις.

Εφ' όσον κατανοήσουμε όλα αυτά τα πράγματα γίνεται πλέον σαφές ότι υπάρχει δυνατότητα βιωσιμότητα ώστε να δημιουργηθούν και να επιβιώσουν όλες οι συμπράξεις. Μάλιστα έχει πλέον ωριμάσει η σκέψη ώστε στελέχη κι εθελοντές του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ να αναλάβουν συγκεκριμένους τομείς δράσεις όπως: περιβάλλον, υγεία, παιδεία πολιτισμός κλπ και να ασκήσουν έλεγχο αλλά και πίεση στα αρμόδια υπουργεία για θέματα όπως: γιατί δεν προχωρούν ορισμένα προγράμματα, γιατί δεν γίνεται διαβούλευση, πως κατανέμονται οι πόροι του ΕΚΤ, γιατί δε βγαίνουν νέες προκηρύξεις για νέα προγράμματα, γιατί δεν υπάρχουν προκηρύξεις «διαχειριστικής επάρκειας» από ορισμένα υπουργεία, γιατί δεν είναι ανοικτά τα μητρώα, γιατί δεν προχωρά το γενικό μητρώο. Ο ρόλος του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ πρέπει πλέον να είναι και παρεμβατικός για αυτό άλλωστε κι αρκετά στελέχη έχουν ήδη αναλάβει τον ρόλο. Βέβαια, όπως πάντα, είμαστε ανοικτοί σε νέα άτομα, νέο αίμα, νέα πρωτοβουλίες και με χαρά δεχόμαστε στους κόλπους όσους και όσες επιθυμούν να συστρατευτούν μαζί μας.

Και ανακεφαλαιώνουμε.
Τι διεκδικούμε μέσα από τις συμπράξεις.
Διεκδικούμε συμμετοχή στα ΤΟΠΣΑ (Τοπικά Ολοκληρωμένα Προγράμματα Στήριξης απασχόλησης), να υλοποιήσουμε προγράμματα δια βίου μάθησης ένα τομέας που είναι τελείως ανοργάνωτος και εξαιρετικά πελατειακός, διεκδικούμε μεγαλύτερα προγράμματα στο μέλλον και προγράμματα από κοινού με την τοπική αυτοδιοίκηση, όπως για παράδειγμα το πολύ σημαντικό πρόγραμμα «Πράσινη Ζωή» στη πόλη, το οποίο θα ξανανοίξει σύντομα και προγράμματα οικοανάπτυξης στην ύπαιθρο.

Πως οργανωνόμαστε
Οργανώνουμε τις συμπράξεις μας ακολουθώντας σε γενικές γραμμές τη δομή του Καλλικράτη με 7- 8 εταιρείες μέλη σε κάθε σύμπραξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι όλα τα μέλη υποχρεωμένα αναλάβουν τομέα δράσεις σε κάποιο πρόγραμμα αν δεν το επιθυμούν ή αν το πρόγραμμα δεν συνάδει με τα δικά της ενδιαφέροντα , σκοπούς και εξειδίκευση. Για παράδειγμα δεν είναι υποχρεωτικό μια εταιρεία που ασχολείται με το περιβάλλον να λάβει μέρος σε ένα πρόγραμμα που ανέλαβε η σύμπραξη στην οποία ανήκει και αφορά για παράδειγμα την ψυχική υγεία. Έχει δικαίωμα και από τη λογική και από τον νόμο να μην εμπλακεί. Τα μέλη της σύμπραξης έχουν την ηθική υποχρέωση να βοηθούν και να συνδράμουν προκειμένου να πάει καλά η σύμπραξη αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να κάνουν οπωσδήποτε δουλειά σε τομέα που δεν τα αφορά. Επιπλέον κάθε οργάνωση μπορεί να είναι μέλος όπου θέλει και σε όσες συμπράξεις θέλει αν το κρίνει απαραίτητο. Δεν απαγορεύεται νομικά.

Μέσα στα απώτερα σχέδια του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ αφού ολοκληρωθούν οι τοπικές συμπράξεις, είναι να δημιουργηθούν και εξειδικευμένες θεματικές συμπράξεις, για παράδειγμα για το περιβάλλον, την υγεία κλπ. Ουσιαστικά οι δήμοι θα συνεργάζονται με τις συμπράξεις που είναι στη περιοχή τους, αλλά και τις θεματικές συμπράξεις για εξειδικευμένα θέματα.

Νομικά ΜΚΟ και «αναπτυξιακές συμπράξεις» διέπονται από τις ίδιες διατάξεις του αστικού κώδικα, θεσμικά όμως η αντιμετώπισή τους από την πολιτεία και τοπική αυτοδιοίκηση είναι διαφορετική. Διότι οι συμπράξεις έχουν πρωτίστως τοπικό ή θεματικό χαρακτήρα. Ο κάθε δήμος είναι παράλογο πολιτικά να συνεργαστεί με μια σύμπραξη άλλης περιφέρειας όταν έχει σύμπραξη μέσα στα όρια του στην οποία μάλιστα συμμετέχει κι αυτός σαν εταίρος. Ο νόμος δεν το αποκλείει, αλλά πλέον γίνονται προφανείς οι διάφοροι σκοτεινοί στόχοι. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τα προγράμματα ζητούν η σύμπραξη να έχει έδρα στον τόπο υλοποίησης.

Όσον αφορά τον τρόπο διοίκησης και τον τρόπο εκπροσώπησης. Δεν υπάρχουν εκλογές και συμφωνείται εκ των προτέρων ποιος θα είναι διαχειριστής εταίρος, δηλαδή ποιος θα έχει την ευθύνη για όλο το λειτουργικό και το λογιστικό κομμάτι. Υπάρχει Διοικητικό συμβούλιο, πρόεδρος του ΔΣ και μέλη που εκπροσωπούν τις εταιρείες και διορίζονται από αυτές. Η διοίκηση αλλάζει με τα τρία τέταρτα της πλειοψηφίας των μελών και έχει ακολουθηθεί η λογική που ισχύει στις κοινοπραξίες των εταιρειών που αναλαμβάνουν δημόσια έργα κλπ. Πρόκειται δηλαδή για ένα σχήμα δοκιμασμένο στη πράξη και συνήθης πρακτική όταν μιλάμε για προγράμματα μεγάλου μεγέθους.

Βέβαια σε επόμενη φάση επειδή οι συμπράξεις θα διαχειριστούν πόρους πρέπει να φροντίσουν να αποκτήσουν και την απαιτούμενη διαχειριστική επάρκεια. Δεν είναι υποχρεωτικό να έχουν διαχειριστική επάρκεια όλα τα μέλη. Βέβαια αν κάποια οργάνωση, μέλος της Σύμπραξης, θέλει να είναι αυτοδύναμη κι αυτάρκης προκειμένου να αναλάβει ανεξάρτητα και μεμονωμένα κάποιο πρόγραμμα θα πρέπει να έχει και τη διαχειριστική της επάρκεια. Βέβαια σε ορισμένες περιπτώσεις η σύμπραξη με τη δική της διαχειριστική επάρκεια, μπορεί να καλύψει κάποιο μεμονωμένο μέλος και να του «δανείσει» τη διαχειριστική επάρκεια προκειμένου να αναλάβει ανεξάρτητα κάποιο μικρό έργο. Βέβαια αυτό το μόρφωμα δεν το δέχονται όλα τα υπουργεία και υπάρχει σχετική ασάφεια. Είναι θέμα ερμηνείας ή και πολιτικής ακόμα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις γίνεται κι έχει γίνει κατ' επανάληψη στο παρελθόν. Γενικά, χωρίς να είναι υποχρεωτικό, οι οργανώσεις καλόν είναι να έχουν επάρκεια τύπου Γ' (για την ανάληψη μικρών άυλων έργων με ίδια μέσα περίπου μέχρι 100.00) ενώ οι συμπράξεις θα πρέπει να έχουν επάρκεια τουλάχιστον τύπου Β' (για την ανάληψη χρηματοδοτούμενων άυλων έργων ανεξαρτήτου μεγέθους), ενώ σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί και διαχειριστική επάρκεια τύπου Α' αν το έργο που θα αναληφθεί απαιτεί και την ολοκλήρωση κάποιων τεχνικών έργων (υλικών έργων) όπως για παράδειγμα τη διαμόρφωση κάποιας πλατείας, κτιρίων για τη στέγαση κοινωνικών ιατρείων κλπ. Σε κάθε περίπτωση η διαχειριστική επάρκεια είναι ένα εργαλείο . Και στην ουσία είτε επειδή οι οργανώσεις δεν αντιλαμβάνονται έγκαιρα αυτή τη σημαντική τεχνική λεπτομέρεια είτε επειδή δεν είναι διατεθειμένες να δαπανήσουν το χρηματικό ποσό που απαιτείται ως αμοιβή σε ένα εξειδικευμένο μελετητικό γραφείο προκειμένου να την αποκτήσουν, το 90% των οργανώσεων δεν έχει διαχειριστική επάρκεια με αποτέλεσμα να αποκλείονται από τα προγράμματα. Από πλευράς κράτους είχαν κάποτε πει ότι θα η διαχειριστική επάρκεια θα καταργηθεί, πράγμα που ενέτεινε το αλαλούμ, αλλά τελικά αυτό που έγινε ήταν να απλουστευτούν κάπως οι διαδικασίες απόκτησης. Αν όμως θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, αν μια Οργάνωση δεν έχει διαχειριστική επάρκεια θέτει εαυτόν εκτός «παιχνιδιού».

Όσον αφορά την ανάληψη προγραμμάτων αυτό που ισχύει γενικά είναι ότι προκειμένου να πάρει μια Οργάνωση κάποιο πρόγραμμα πρέπει να είναι σε λειτουργία δυο χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για τις συμπράξεις. Όμως οι συμπράξεις που δημιουργούνται τώρα, με βάση τον νέο νόμο, θα μπορούν να παίρνουν προγράμματα του υπουργείου εργασίας και του υπουργείου παιδείας που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, ανεξαρτήτως παλαιότητας ενώ, προς το παρόν, οι παλαιότερες συμπράξεις έχουν ένα πλεονέκτημα παραπάνω και μπορούν να μπουν σε προγράμματα άλλων υπουργείων που απαιτούν παλαιότητα δυο ετών.

Στόχος μας είναι να συμμετέχουν στις αναπτυξιακές συμπράξεις και οι κοινωφελείς επιχειρήσεις των δήμων. Έτσι αντί κάθε μεμονωμένη οργάνωση να αναζητά δήμους - εταίρους για την ανάληψη κι εκτέλεση προγραμμάτων, όπως έγινε με το πρόγραμμα για τη κοινωφελή εργασία και να αντιμετωπίζει τον σκεπτικισμό και τη διαπλοκή, θα μπορεί να κινείται συντεταγμένα μέσω των συμπράξεων. Αυτό σημαίνει ότι προκειμένου να γίνουν τέτοιου είδους συνεργασίες κάποιος θα πρέπει να πάρει τη πρωτοβουλία και να πραγματοποιήσει τις σχετικές επαφές με τους δήμους. Εμείς, σαν Οργανώσεις της Κοινωνία Πολιτών, θα πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και συντονισμένα ώστε να μην υπάρχει το γνωστό καπέλωμα από τους συνδικαλιστές, όπως έχουν επιχειρήσει και στο παρελθόν. Βέβαια οι συνδικαλιστές δεν έχουν κινηθεί ακόμα προκειμένου να κάνουν δικές τους συμπράξεις κι αυτό επειδή έχουν δική τους κρατικίστικη, κλαδική λογική. Θα πρέπει όμως να είμαστε έτοιμοι ώστε, αν το κάνουν, να συνεργαστούμε μαζί τους επί ίσοις όροις.

Οι «συμπράξεις» σαν λογική και σαν σχήμα δίνουν απεριόριστες δυνατότητες και διευκολύνουν στη λύση προβλημάτων, αρκεί να υπάρχει ευρύτητα πνεύματος και διάθεση συνεργασίας. Κανείς δεν αποκλείει, για παράδειγμα, τη δημιουργία μιας μια τοπικής ολοκληρωμένης σύμπραξης με τη συμμετοχή Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών, Συνδικαλιστικών Οργανώσεων και αναπτυξιακών εταιρειών της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όμως βασικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να οργανώσουμε τον δικό μας χώρο ώστε να αναλάβουμε εμείς πρωτοβουλίες να κινήσουμε τα πράγματα εκεί που υπάρχουν αδυναμίες, ώστε να μη βρεθούμε ξανά ουραγοί κι έξω από το παιχνίδι. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι μέχρι τώρα ήμασταν ο πιο αδύναμος και ο πιο παραμελημένος κρίκος στο παιχνίδι της εξουσίας. Και δεν θα πρέπει να επιτρέπουμε να παραβλέπεται το γεγονός ότι είμαστε και οι πιο ειδικοί για θέματα κοινωνίας και κοινωνικής οικονομίας. Για παράδειγμα δεν μπορούμε και δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει ξανά αυτό να γινόταν μέχρι τώρα, να κάνει για παράδειγμα το ΙΝΕ ΓΕΣΕΕ προγράμματα για ΑΜΕΑ αντί να τα κάνουν οι Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών που απασχολούν ειδικό προσωπικό κι έχουν εξειδίκευση στον τομέα αυτό, πάνω από 20 χρόνια. Αυτό είναι σχεδόν σκανδαλώδες. Με ποια λογική ένας φορέας του οποίο ο ρόλος είναι διεκδικητικός, κι οικονομικίστικος να αναλαμβάνει την εκτέλεση έργου που δεν έχει καμιά σχέση με το πεδίο δράσης του. Ποιος αμφισβητεί ότι αυτοί που γνωρίζουν καλύτερα το περιβάλλον είναι άλλοι από τις περιβαλλοντολογικές οργανώσεις; Για τον πολιτισμό είναι κάποιος αρμοδιότερος για να κάνει πολιτιστικά προγράμματα από τις πολιτιστικές οργανώσεις που έχουν μια ιστορία ή είναι ιδρύματα εδώ και 100 χρόνια; Κι όμως αυτό συνέβαινε πάντα. Κάποιοι ισχυροί παράγοντες στήνανε μια εφήμερη μηχανή απορρόφησης κονδυλίων και έπαιρναν τα προγράμματα. Αυτό πάμε να προλάβουμε και γι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για να αλλάξουμε τα πράγματα στη βάση τους και αυθεντικοί θεσμοί της Κοινωνίας των Πολιτών να συμμετέχουν σε προγράμματα Κοινωφελή.
Έχει έρθει πλέον ο καιρός να ενηλικιωθούμε σαν Οργανωμένη Κοινωνία Πολιτών, να μην αρκούμαστε στο «χαρτζιλίκι» του πελατειακού πολιτικού συστήματος και να οργανώσουμε με υπευθυνότητα, διαφάνεια και προοπτική την πορεία μας στο μέλλον. Εργαζόμαστε, προσφέρουμε και συγκεντρώνουμε εμπειρία από όλη τη χώρα. Ανταλλάσουμε ιδέες και καλές πρακτικές διευκολύνοντας συλλογικές οργανώσεις που διαθέτουν κοινωνικό κεφάλαιο αλλά χρειάζονται και τεχνογνωσία. Αντιμετωπίζουμε την αδιαφάνεια μέσα στην οποία δρούσε όλο το σύστημα μέχρι τώρα και βόλευε μόνον όσους κερδοσκοπούσαν απο τους πόρους που ανήκουν στην κοινωνία πολιτών. Είναι στο χέρι μας να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία που μας παρουσιάζεται και να την αξιοποιήσουμε στο έπακρο προς όφελος της κοινωνίας των πολιτών και του κοινωνικού σκοπού που έχουμε επιλέξει να υπηρετούμε, συντονισμένα, θεσμικά και με απόλυτη διαφάνεια.


Συμπράξεις Ιδιωτικού Τομέα με ΜΚΟ
Η καινοτομία των Συμπράξεων βρίσκεται στο ότι εμπλουτίζουν τα εργαλεία διεκπεραίωσης του κοινωφελούς έργου προσφέροντας ευελιξία και πόρους στις ΜΚΟ αποδεσμεύοντας εν μέρει τις τελευταίες από την αποκλειστική εξάρτηση από κρατικά ή διακυβερνητικά κονδύλια για την προώθηση μεγάλων κοινωνικών προγραμμάτων. Έχει αποδειχθεί ότι η απευθείας χρηματοδότηση από τους πολίτες προς τις ΜΚΟ μπορεί να καλύψει μέρος μόνο του κόστους ανθρωπιστικών ή κοινωνικών προγραμμάτων και αυτό μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις ( Τσουνάμι ΝΑ Ασία).
πράσινη επιχειρηματικότητα.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα απόχρωση αυτών των Συμπράξεων με θετικές επιπτώσεις στην απασχόληση αλλά και την μετεξέλιξη των ευρωπαϊκών κοινωνιών προς το μοντέλο των σύγχρονων κοινωνιών της Γνώσης αποτελεί η προώθηση της πράσινης επιχειρηματικότητας (νέες επιχειρήσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αγροτουρισμός κα) διαμέσου ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων (venture capital) και στα πλαίσια της ΕΚΕ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικούς τομείς. Επίσης η στήριξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας (βλέπε Πλαίσιο «Κοινωνική Οικονομία») από κοινού με δημόσιους φορείς και ΜΚΟ.

Η ΕΚΕ βρίσκεται σήμερα στην Ελλάδα σε ένα σταυροδρόμι. Δεν είναι τυχαίο ότι τα αποτελέσματα δύο πρόσφατων ερευνών καταδεικνύουν την έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού προς τον ιδιωτικό τομέα. Έρευνα της Tradelink δίνει ποσοστό μόλις 4% σ'αυτούς που εμπιστεύονται την πληροφόρηση που προέρχεται από τις εταιρίες εν αντιθέσει με το 44% αυτών που εμπιστεύονται τις ΜΚΟ. Εξάλλου, σε έρευνα της MEDA της ίδιας περιόδου έξι στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν το κοινωνικό έργο των επιχειρήσεων. Ο ρόλος του τύπου αλλά και των ΜΚΟ μπορεί να είναι καθοριστικός στην δημιουργική προώθηση της ΕΚΕ μέσα από μια έντιμη και ειλικρινή συνεργασία με τους επιχειρηματικούς συλλογικούς φορείς που ενδιαφέρονται για την αξιόπιστη εφαρμογή της.


Ένα από τα βασικά ζητήματα  που διαρκώς επανέρχονται στο προσκήνιο είναι  το κρίσιμο ζήτημα της κοινωνικής υπευθυνότητας των επιχειρήσεων και η σημασία της για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αντιμετώπιση κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων.

Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη παρά την ποιότητα των επί μέρους αποτελεσμάτων που υπάρχουν, αφορά ένα μικρό αριθμό απ΄μεγάλες επιχειρήσεις. Σε αυτό το επίπεδο στην πραγματικότητα  αντιπροσωπεύονται το 10% του συνόλου , ενώ στην ουσία απουσιάζουν από το εγχείρημα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυτό αποτελεί μια πρόκληση για το μέλλον του θεσμού.

Άλλα ζητήματα που ετέθησαν ήσαν: Πως η ΕΚΕ θα γίνει ελκυστική ως  διαδικασία στην ευρύτερη κλίμακα των επιχειρήσεων, πόσο η όλη διαδικασία που ακολουθείται με την Κοινωνική Εταιρική Ευθύνη γίνεται για επικοινωνιακούς λόγους και κατά πόσο, ανταποκρίνεται σε ουσιαστικές ανάγκες της κοινωνίας και  του περιβάλλοντος.
Έπειτα κατά πόσο η ΕΚΕ ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καταναλωτών αναφορικά με το εξωτερικό περιβάλλον των επιχειρήσεων και δεν είναι μια διαδικασία που αφορά μόνον για τις εσωτερικές ανάγκες των επιχειρήσεων τους εργαζομένους σε αυτές.

Η απάντηση κατά αρχήν σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι ότι οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές με τους στόχους . Οι επιχειρήσεις δεν μπαίνουν σε αυτή την διαδικασία χωρίς στόχους.
 Οι επιχειρήσεις μπαίνουν στην διαδικασία της Κοινωνικής Εταιρικής Ευθύνης με πρώτο κίνητρο την καλή φήμη και την ανταποδοτικότητα εκ μέρους των καταναλωτών να  προτιμούν τα προϊόντα τους για την κοινωνική η περιβαλλοντική τους ευαισθησία. Το ίδιο συμβαίνει με κάθε είδους χορηγία που βασίζεται στην ανταποδοτικότητα. Υπάρχει βέβαια και το κίνητρο της υστεροφημίας που μπορεί να έχει ο ηγέτης μιας επιχείρησης αλλά σε κάθε περίπτωση ξεκινάμε από την ανταποδοτικότητα και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά στο χώρο της αγοράς.

Η σημασία όμως της ΕΚΕ δεν μειώνεται για αυτό το λόγο, αντιθέτως με μια σύγχρονη ρεαλιστική προσέγγιση αυτή η σχέση μπορεί να ορθολογικοποιήσει την αγορά προς μια υγιή  κατεύθυνση, όταν μάλιστα το διακύβευα είναι η κλιματική αλλαγή, το βιώσιμο αστικό περιβάλλον  ο κοινωνικός αποκλεισμός και η φτώχεια που δημιουργεί δομικά προβλήματα στο σύστημα.

Αλλά αυτό απαιτεί εκτός από την διαφάνεια και το κοινωνικό απολογισμό και μια ολιστική προσέγγιση της κοινωνικής υπευθυνότητας. Όχι μόνον την αποσπασματική ποιότητα αποτελεσμάτων σε κάποιες επιχειρήσεις αλλά την συνολική ποιότητα της Κοινωνικής Εταιρικής Ευθύνης σε σχέση με το σύνολο των επιχειρήσεων την πόλη και το περιβάλλον της.

Σε σχέση λοιπόν με το ζήτημα της συνολικής ποιότητας της ΕΚΕ στον κοινωνικό απολογισμό των επιχειρήσεων δεν έχει τεθεί ακόμη ένα τέτοιο ερώτημα και φυσικά δεν έχει απαντηθεί.

Αυτό όμως θα προσέδιδε μια περαιτέρω αξία στο ρόλο της ΕΚΕ στην Ελληνική πραγματικότητα όπως και η σύνδεση της ΕΚΕ με την κοινωνική οικονομία για σημαντικά και διαρκή αποτελέσματα υπέρ της κοινωνικής υπευθυνότητας.
Η κοινωνική οικονομία και επιχειρηματικότητα για παράδειγμα είναι ο πολλαπλασιαστής της κοινωνικής υπευθυνότητας, απέναντι στον κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Είναι ο πολλαπλασιαστής, γιατί λειτουργεί ως ταμιευτήρας της αλληλεγγύης και των πόρων που προέρχονται από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, για να γίνουν επενδύσεις σε τομείς που είναι κοινωνικά αναγκαίοι, αλλά δεν προσφέρουν ισχυρό κίνητρο κέρδους για να προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις. Έτσι η κοινωνική οικονομία και επιχειρηματικότητα αντλώντας κεφάλαιο από δωρεές και χορηγίες, αλλά και συμμετοχές στη συγκρότηση κεφαλαίου χωρίς την επιδίωξη κέρδους. Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται διαρκή αποτελέσματα αλληλέγγυας οικονομίας δίχως την εφάπαξ ανάλωση των πόρων όπως συμβαίνει σε αντίθετη περίπτωση.

Βέβαια το κλειδί πάντα είναι με ποια κριτήρια  διατίθενται οι πόροι, με ποιες σχέσεις διατίθενται οι χρηματοδοτήσεις μέσω  των κοινωνικών επιχειρήσεων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που παράγουν κοινωνικό, ανθρωπιστικό και περιβαλλοντικό έργο. Ποια είναι τα όρια της εξάρτησης και ανεξαρτησίας από συμφέροντα που έρχονται σε αντίθεση με τους παραπάνω σκοπούς.
Εδώ υπάρχει ένας άλλος  προβληματισμός. Ορισμένες ΜΚΟ όπως Greenpeace, δεν συνεργάζονται και δεν λαμβάνουν με επιχειρήσεις για να προασπίσουν την ανεξαρτησία τους λαμβάνουν συνδρομές μόνον από πολίτες όπως ισχυρίζονται.
Αλλά αυτός δεν μπορεί να είναι ο κανόνας για όλες τις μκο οι οποίες δεν έχουν και δεν διαθέτουν ευρύ φάσμα συνδρομητών. Οι οργανώσεις χρειάζονται πόρους και από τον ιδιωτικό τομέα για την αποστολή τους και τα λειτουργικά τους  και οι επιχειρήσεις από την πλευρά τους κοινωνικούς εταίρους εξειδικευμένους για να  εξασφαλίζουν συναίνεση για να “τρέξουν” κοινωνικά και περιβαλλοντικά προγράμματα, σε ότι αφορά την εσωτερικότητα και την εξωτερικότητα της Κοινωνικής Εταιρικής Ευθύνης. Επομένως η χρηματοδότηση μέσω της ΕΚΕ είναι ζωτικής σημασίας για πολλές ΜΚΟ.

Το πλεονέκτημα της πηγής  των διαθέσιμων πόρων σε σχέση με το κράτος, είναι η αμεσότητα με την οποία  μπορεί να κινηθεί ο ιδιωτικός τομέα, όσο και οικειοθελής χαρακτήρας των αποφάσεων των επιχειρήσεων να συμβάλλουν σε ένα κοινωφελές πρόγραμμα ανάλογα κίνητρα. Μια σχέση που  μπορεί να πολλαπλασιάσει τους πόρους της κοινωνικής υπευθυνότητας στο μέλλον χωρίς την διαμεσολάβηση του κράτους.
Αντίθετα στη σχέση με το κράτος θα πρέπει να σκεφτούμε  την γραφειοκρατία που υπάρχει και το μεγάλο κόστος της διαμεσολάβησης όταν πόροι αντλούνται διάμεσο της φορολογίας για να περάσουν κατόπιν στους κοινωνικούς φορείς χρειάζεται μια δαιδαλώδης διαδικασία.. Υπολογίζεται ότι ενα 35% περίπου χάνονται μέσα από αυτή την διαμεσολάβηση. Αυτός και μόνον είναι ένας λόγος παραπάνω για να αντιμετωπίσουμε τον ρόλο της ΕΚΕ περισσότερο θεσμικά και συντεταγμένα μέσα από την οριζόντια συνεργασία της πολιτείας, των επιχειρήσεων και των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων προς όφελος της ανάπτυξης της κοινωνικής υπευθυνότητας  και της βιώσιμου περιβάλλοντος.