Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ (EKE)

Οι επιχειρήσεις αποτελούν οντότητες, άρρηκτα συνδεδεμένες με το κοινωνικό σύνολο μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται, επηρεάζοντας και επηρεαζόμενες από τα δεδομένα της εποχής και του χώρου δράσης τους  αποτελώντας ταυτόχρονα  μιας από τις μεγαλύτερες απειλές για το φυσικό κόσμο αλλά και τον μεγαλύτερο σύμμαχό στην αποστολή για την προστασία του. Οφείλουν επομένως να αναπροσαρμόσουν τις στοχεύσεις και τις αντιλήψεις τους και να αναγνωρίσουν την ευθύνη που τους αναλογεί, απέναντι στο περιβάλλον αλλά και την κοινωνία. Να σέβονται δηλαδή τις βασικές αρχές και τις αξίες που χαρακτηρίζουν τον πολιτισμό μας: τον σεβασμό προς τον άνθρωπο, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την παροχή ίσων ευκαιριών, τον σεβασμό στο περιβάλλον που κληρονομήσαμε, την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής.  Σταδιακά, αυτή η προσαρμογή αντιλήψεων οδηγεί όλο και περισσότερες επιχειρήσεις στην αναθεώρηση των προτεραιοτήτων τους και την υιοθέτηση δράσεων Εταιρικής Κοινωνικής ευθύνης (ΕΚΕ)  με αποτέλεσμα τον εμπλουτισμό των έως τα τώρα στείρων και μονοσήμαντων τριγωνικών σχέσεων ανάμεσα στο Κράτος, την Αγορά και την Κοινωνία Πολιτών.

Η ΕΚΕ ανοίγει ένα νέο ελπιδοφόρο πεδίο κοινωνικά επωφελούς δράσης που έχει τη δυναμική να προκαλέσει σταδιακά μια ευρύτερη αλλαγή στην επιχειρησιακή λειτουργία και φιλοσοφία με θετικές επιπτώσεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να προσφέρει καινοτομικές μορφές Συμπράξεων σε δεκάδες τομείς.

Ως Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη εννοούμε την ηθική συμπεριφορά μιας επιχείρησης στις σχέσεις της με την κοινωνία. Βέβαια, λόγω του πολυσύνθετου χαρακτήρα της έννοιας δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός σε παγκόσμιο επίπεδο, παρόλο που χρησιμοποιείται ευρύτατα στο δημόσιο διάλογο διεθνώς. Η διαφορετικότητα των ορισμών συνδέεται με τη φιλοσοφία, τον βαθμό ανάπτυξης κάθε χώρας και τις προτεραιότητες που υπάρχουν στις διάφορες περιφέρειες με αποτέλεσμα διάφοροι φορείς έχουν διατυπώσει τους δικούς τους ορισμούς. Παραθέτουμε μερικούς που κατά τη γνώμη μας αντικατοπτρίζουν την ποικιλία των προσεγγίσεων.

“Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη είναι η οικειοθελής δέσμευση των επιχειρήσεων για ένταξη στις επιχειρηματικές τους πρακτικές κοινωνικών και περιβαλλοντικών δράσεων, που είναι πέρα από όσα επιβάλλονται από τη νομοθεσία και έχουν σχέση με όλους όσοι άμεσα ή έμμεσα επηρεάζονται από τις δραστηριότητές τους”
(Ελληνικό Δίκτυο για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη)

“Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη είναι η έννοια σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις ενσωματώνουν σε εθελοντική βάση κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς προβληματισμούς στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στις επαφές τους με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη”
(Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πράσινη Βίβλος, 2001)

“Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη είναι η διαρκής δέσμευση των επιχειρήσεων για ηθική συμπεριφορά και συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη με ταυτόχρονη βελτίωση της ποιότητας ζωής τόσο του εργατικού τους δυναμικού και των οικογενειών τους καθώς επίσης και των τοπικών κοινοτήτων και της κοινωνίας γενικότερα ”
(WBCSD Stakeholder Dialogue on CSR, The Netherlands, 1998)

“ Η ιδέα της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης έχει σχέση με τον τρόπο που μια εταιρία εφαρμόζει την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία στηρίζεται σε τρεις πυλώνες : τον οικονομικό, τον κοινωνικό και τον περιβαλλοντικό. Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη υποδηλώνει ότι μια εταιρία ασχολείται σοβαρά όχι μόνον με την αποδοτικότητα και ανάπτυξή της, αλλά και τον κοινωνικό και περιβαλλοντικό αντίκτυπό της. Πρέπει επίσης να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στους εκφραζόμενους προβληματισμούς των ενδιαφερόμενων μερών της : εργαζομένων, μετόχων, πελατών, προμηθευτών και της κοινωνίας γενικότερα”
(Novethic)

“Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη είναι η δέσμευση της ηγεσίας μιας επιχείρησης για θεμελιώδεις αξίες και αναγνώριση των τοπικών και πολιτιστικών διαφορών κατά την εφαρμογή παγκόσμιων πολιτικών. Είναι η υιοθέτηση εκ μέρους των επιχειρήσεων της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και των εργασιακών δικαιωμάτων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας”
(Ολλανδία)

Παρ’ όλους τους διαφορετικούς ορισμούς υπάρχουν τρία σημεία για τα οποία υπάρχει συναίνεση.  Το ένα αφορά τον εθελοντικό χαρακτήρα της ΕΚΕ, το δεύτερο αναφέρεται στη στενή σχέση της ΕΚΕ με την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης και το τρίτο ότι δεσμεύει την επιχείρηση ώστε η ΕΚΕ να αποτελεί μόνιμη στρατηγική της επιλογή κι όχι απλά μια δευτερεύουσα περιστασιακή επιλογή. Ύστερα από έρευνα που έγινε  σε διεθνές επίπεδο, προέκυψε ότι οι επιχειρήσεις κατανοούν με διαφορετικό τρόπο την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη. Το άνοιγμα της κλιμάκωσης της κατανόησης είναι μεγάλο και μπορεί να χωριστεί στα εξής επίπεδα:
Παροχή εργασίας στο προσωπικό και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Για τις επιχειρήσεις αυτές ηθική συμπεριφορά σημαίνει σεβασμός της νομοθεσίας. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή δεν μπορούμε να πούμε ότι λόγω του ότι οι επιχειρήσεις σέβονται τους νόμους είναι και κοινωνικά υπεύθυνες.
Εξομοίωση της ΕΚΕ με την αγαθοεργία και συνήθως, δημιουργία ιδρύματος μέσα από το οποίο προωθούνται οι δωρεές.
“Αρνητικά κριτήρια”: πρόκειται για επιχειρήσεις που λένε ότι “δεν προξενούν ζημιά”. Δεν μολύνουν το περιβάλλον, δεν καταναλώνουν μη ανανεώσιμους φυσικούς πόρους, δεν παράγουν επιβλαβή προϊόντα.
“Θετικές δράσεις”: δηλαδή  θετική ενασχόληση με κοινωνικά και περιβαλλοντικά θέματα, ως μέρος της εσωτερικής δυναμικής των επιχειρήσεων. Για παράδειγμα ένταξη στις στρατηγικές τους συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης ή απασχόληση ατόμων που ανήκουν σε μειονεκτούσες ομάδες.
“Παγκόσμια επιρροή”: οι επιχειρήσεις δέχονται ότι έχουν επιρροή κι ευθύνη που ξεπερνά το χώρο που είναι δραστηριοποιημένες. Εδώ περιλαμβάνονται κι επιχειρήσεις που διενεργούν κοινωνικούς ελέγχους στην παραγωγική τους αλυσίδα.
“Ενσωμάτωση αποστολής κι ευθύνης”: καινοτόμες επιχειρήσεις που έχουν δημιουργηθεί σε συνεργασία με ΜΚΟ ή άλλους κοινωνικούς φορείς κυρίως στην Ολλανδία, το Βέλγιο, τον Καναδά κι αλλού, με ειδικό στόχο την παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών που λαμβάνουν υπόψη τις αρχές της ΕΚΕ σε όλα τα στάδια της διαδικασίας παραγωγής και διάθεσης.

Αντικατοπτρίζοντας τις πιο πάνω διαφορετικές αντιλήψεις, οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν δράσεις ΕΚΕ με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Πολλές επιχειρήσεις απλά συντάσσουν έναν κώδικα ηθικής ή έναν οδηγό καλής συμπεριφοράς, στον οποίο εκθέτουν μια σειρά από προθέσεις και παραινέσεις σχετικά με την κοινωνία και το περιβάλλον. Άλλες θέτουν στόχους, αναλαμβάνουν δράσεις εφαπτόμενες ή άμεσα σχετικές με τις βασικές τους λειτουργίες και προβαίνουν σε εσωτερικούς ελέγχους και κάποιες από αυτές προχωρούν ακόμη πιο μακριά εφαρμόζοντας συστήματα αξιολόγησης των δράσεων ΕΚΕ όπως για παραδείγματα το EMAS, το ISO 14001 για το περιβάλλον, ή το SA 8000 για το ανθρώπινο δυναμικό. Πολλές φορές η ΕΚΕ ενσωματώνεται στην επιχείρηση στο πλαίσιο ενός πλήρως εξειδικευμένου συστήματος διαχείρισης, προσέγγιση που αφορά κυρίως θέματα περιβάλλοντος και λιγότερο κοινωνίας. Τέλος, υπάρχουν επιχειρήσεις που δεν αρκούνται μόνον στην εφαρμογή ενός προτύπου ή εξειδικευμένου συστήματος διαχείρισης. Προχωρούν σε διάλογο με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τους στόχους των προγραμμάτων ΕΚΕ, τα στάδια εφαρμογής, την ποιότητα των ελέγχων, τη δυνατότητα ευρύτερης επικοινωνίας των αποτελεσμάτων κ.λ.π. και καταλήγουν σε δράσεις μέσα από τις οποίες έχουν όφελος και τα δύο μέρη.

Σήμερα, ο θεσμός της Εταιρικής Κοινωνικής ευθύνης, προσδιορίζεται με πολιτικές και δράσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία του δίνει ακόμη μεγαλύτερη πολιτική προβολή κι επιβραβεύει ευρωπαϊκές επιχειρήσεις για τις ενέργειές τους σε αυτόν τον τομέα,  ενθαρρύνοντας έτσι την ανάληψη μεγαλύτερων πρωτοβουλιών. Αναγνωρίζοντας ότι οι επιχειρήσεις έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Εταιρική κοινωνική ευθύνη, η ΕΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μπορεί να επιτύχει καλύτερα τους στόχους της σε συνεργασία με τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και έχει ήδη εξαγγείλει την υποστήριξή της στην δημιουργία ευρωπαϊκής συμμαχίας για την Εταιρική κοινωνική ευθύνη. Έτσι στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει ένα πλέγμα νόμων και κανόνων για την προστασία του περιβάλλοντος κατά την διαδικασία παραγωγής που προστατεύει και προάγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτό το πλαίσιο, αποτελεί βάση εκκίνησης ώστε οι εταιρείες να ξεκινούν από ένα δεδομένο σημείο και να προχωρούν μπροστά υιοθετώντας έναν κώδικα δεοντολογίας που προάγει συντεταγμένα την ποιότητα ζωής, την κοινωνική μέριμνα, την εκπαίδευση, την επιμόρφωση των εργαζομένων κλπ. Η ευρύτερη έννοια της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης στοχεύει να διαμορφώσει κλίματος ώστε οι επιχειρήσεις κι οι επιχειρηματίες θα είναι σεβαστοί όχι μόνον επειδή παράγουν κέρδη αλλά και για την σωστή συνεισφορά τους και την ανταπόκρισή τους στις κοινωνικές προκλήσεις και ευαισθησίες του σήμερα και του αύριο.

Σε πολλές περιπτώσει η πραγματική, ειλικρινής κι ανθρωποκεντρική εταιρική ευθύνη έρχεται να δώσει φιλί ζωής  στις κοινωνίες και κατ’ επέκταση στον ίδιο τον άνθρωπο αφού δράσεις και οι ενέργειες των επιχειρήσεων συμβάλουν στην αντιμετώπιση κοινωνικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων. Άλλωστε, θεωρητικά τουλάχιστον, οι επιχειρήσεις είναι κι αυτές κομμάτι της κοινωνίας κι η πορεία στους εξαρτάται από το ίδιο το κοινωνικό σύνολο. Αυτή η αμφίδρομη σχέση,  επιχείρησης και κοινωνικού συνόλου, προσδιορίζεται και καθορίζεται μέσα από τις συντεταγμένες κάθε εποχής, σε συνδυασμό  με το επιχειρηματικό τομέα που δραστηριοποιείται η επιχείρηση.  Είναι ανάγκη οι επιχειρήσεις να δούνε την Ευθύνη τους απέναντι στην κοινωνία με βάση τις αξίες που η ανθρώπινη φύση ορίζει. Τα δε προγράμματα εταιρικής ευθύνης είναι απαραίτητο να έχουν πολυδιάστατη εφαρμογή, να αναπτύσσονται σφαιρικά και να απευθύνονται σε όσον το δυνατόν ευρύτερο κοινό αν όχι στην κοινωνία στο σύνολο της. Η ΕΚΕ αποτελεί το αντίδοτο στην οικονομική κρίση και επένδυση για την αειφόρο ανάπτυξη. Η επιχείρηση που επενδύει ειλικρινά συνειδητά κι υπεύθυνα σε δράσεις εταιρικής ευθύνης  αντιλαμβάνεται το ρόλο που της αναλογεί ως υπεύθυνη εταιρεία απέναντι στο κοινωνικό σύνολο με το οποίο συνυπάρχει και συλλειτουργεί.  Όμως η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη δεν προσφέρεται για πρόσκαιρη χρήση και δεν αποφασίζεται γρήγορα κι άμεσα αλλά οφείλει να χαρακτηρίζεται από οργανωμένες, διαχρονικές ενέργειες με στόχο να προσδώσει προστιθέμενη αξία στο κοινωνικό κεφάλαιο.

Πέρα από τη θεωρία και τις καλές προθέσεις, η αλήθεια είναι ότι η εταιρική ευθύνη κι ηθική των επιχειρήσεων όπως παρουσιάζεται συχνά από τις διευθυντικές ελίτ δημιουργεί πολλά νεφελώματα και συγχύσεις εάν δεν συνδέεται με  την κοινωνική οικονομία η οποία και είναι ο μοναδικός χώρος της οικονομίας που ταυτίζεται με την ηθική επιχειρηματικότητα. Κάτω από αυτό το σκεπτικό βασικό παραδοχή είναι ότι, όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα και τις εναπομείνασες ελληνικές επιχειρήσεις, η εταιρική ευθύνη δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως πανάκεια αφού στη πράξη δεν υπάρχει μια ενιαία διαχρονική ηθική αλλά πολλές επιμέρους διαπραγματεύσιμες ηθικές ή ηθικολογίες.

Αυτό που επίσης είναι σημαντικό και ενδιαφέρον είναι να απαντηθεί το ερώτημα εάν υπάρχει μια γενική ηθική που αντανακλά στην επιχειρηματικότητα ή αν τελικά υπάρχουν περισσότερες ηθικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές, εθνικές κλπ ιδεολογίες οι οποίες αντανακλούν σε διαφορετικό βαθμό στην αποτελεσματικότητα της Εταιρικής Κοινωνικής ευθύνη. Είναι βέβαια γεγονός ότι υπάρχουν αρχέτυπα ηθικής του τύπου: «ου κλέψεις», αλλά οι παραδοσιακές ηθικές ιδεολογίες του κράτους και της βρίσκονται σήμερα σε παρακμή γεγονός που αποτυπώνεται ανάγλυφα και στις επιχειρήσεις. Η ηθικολογία από την άλλη πλευρά ήταν πάντοτε το πέπλο της υποκρισίας για κάθε είδους εξουσία. Εν προκειμένω, η αποτελεσματικότητα της ηθικής στην οικονομία και τις επιχειρήσεις εξαρτάται από θεσμούς κοινωνικής συμπεριφοράς, θεσμικά εργαλεία και νόμους. Όταν όμως οι νόμοι που ψηφίζονται δεν εφαρμόζονται ούτε από το ίδιο το κράτος τότε η όποια ηθική εκφυλίζεται. Έχουμε έτσι παρατηρείται  το γνωστό φαινόμενο κατά το οποίο το κράτος «κλέβει» στη σχέση του με τις επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις αντιδρώντας «κλέβουν» στη σχέση τους με τους πολίτες – καταναλωτές και οι πολίτες με τη σειρά «κλέβουν» κι αυτοί με τον τρόπο τους το κράτος διαιωνίζοντας όλοι μαζί έναν φαύλο κρίκο υποκρισίας κι «ανηθικότητας».

Με βάση τις κυρίαρχες ιδεολογικές ηθικές του παρελθόντος έχουμε φτάσει στην κοινή παραδοχή ότι η σημερινή οικονομική κρίση είναι στην ουσία της ηθική. Δηλαδή μια κρίση η οποία οδηγεί μεγάλα τμήματα πληθυσμού στον κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό, τη φτώχεια και τη παγκόσμια περιβαλλοντική απειλή. Η σημερινή κρίση είναι προϊόν της κυρίαρχης προτεσταντικής ηθικής της αγοράς και της σοσιαλιστικής ηθικής του κράτους. Γιατί στην μεν πρώτη περίπτωση αποδείχθηκε ότι δεν ισχύει απεριόριστα αυτό που είπε ο Adam Smith ότι «κάνοντας ο καθένας το καλύτερο για τον εαυτό του και την τσέπη του κάνει και καλό στην κοινωνία» κι ασφαλώς, δεν ισχύει η σοσιαλιστική ηθική της συλλογικότητας ότι δηλαδή «το υποτιθέμενο καλό της κοινωνίας ταυτίζεται με τα συμφέροντα της κρατικής γραφειοκρατίας και τα προνόμιά της έναντι του υπόλοιπου πληθυσμού».

Βέβαια, όλες αυτές οι ηθικές ιδεολογίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο για μια μεγάλη ιστορική περίοδο. Σήμερα όμως έχουν φτάσει στα όρια τους. Για παράδειγμα η ρήξη της προτεσταντικής ηθικής με τον καθολικισμό κι η κατάργηση της αμαρτίας του τόκου του χρήματος, τον οποίο στηλίτευε κι απαγόρευε ηθικά ο Χριστιανισμός, σήμανε την αρχή για την εκτεταμένη θεσμική συσσώρευση κεφαλαίου στην δύση. Εδώ φαίνεται καθαρά πώς η μεταμόρφωση της ηθικής ενίσχυσε την ανάπτυξη του καπιταλισμού και των επιχειρήσεων οδηγώντας τελικά στην υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου έξω από την πραγματική οικονομία, γεγονός που οδήγησε στην οικονομική ασφυξία μεγάλο μέρος των μικρών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.
Με την ιδία λοιπόν ηθική βλέπουμε ιστορικά άλλοι να οδηγούνται στη κόλαση και άλλοι στο παράδεισο. Εάν σήμερα αναζητούμε την  αποτελεσματικότητα μέσω της ηθικής, οφείλουμε να την διαχωρίσουμε από τις ηθικές του παρελθόντος και να τη προσαρμόσουμε  στη σημερινή πραγματικότητα απαλλάσσοντάς την από ηθικές ιδεολογικές αυταπάτες και να προσαρμόσουμε τον νεόδμητο θεσμό της ΕΚΕ που παρουσιάζεται ως γενικό εργαλείο της ηθικής επιχειρηματικότητας στα νέα δεδομένα. Ωστόσο υπάρχουν όρια στην λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης».

Η κοινωνική εταιρική ευθύνη είναι ένα από τα συστατικά για την θεραπεία της ηθικής παρακμής του συστήματος και όχι πανάκεια όπως παρουσιάζεται. Αντιμετωπίζει το μερικό κι όχι το όλον του προβλήματος. Το καταλυτικό στοιχείο της ηθικής επιχειρηματικότητας βρίσκεται στην ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στα πλαίσια της οποίας όχι μόνον μπορεί να λειτουργήσει καθαρά η ηθική επιχειρηματικότητα, αλλά κυρίως μπορεί να καλύψει τα ηθικά κι υλικά κενά της επιχειρηματικότητας που έχει σαν κίνητρο το κέρδος. Μπορεί δηλαδή να πραγματοποιήσει «ηθικές επενδύσεις» καλύπτοντας τα κενά σε τομείς που ενώ είναι αναγκαίο να λειτουργήσουν, προκειμένου να προσφέρουν αγαθά κι υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο, εντούτοις δεν λειτουργούν επειδή δεν προσφέρουν κερδοφορία.

Ηθικές επενδύσεις έχουμε κυρίως όταν συνδυάζονται η ανάπτυξη των κοινωνικών πόρων, δηλαδή η λειτουργία του λεγόμενου κοινωνικού κεφαλαίου, με τις οικονομικές επενδύσεις στο χώρο της μη κερδοσκοπικής οικονομίας. Η μη κερδοσκοπική- κοινωνική οικονομία μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά  ακριβώς επειδή μπορεί να μπολιάσει και να ηθικοποιήσει το όλον μείγμα της οικονομίας καταλαμβάνοντας το κομμάτι που περιλαμβάνει την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, την περιβαλλοντική απειλή, την οριζόντια επικοινωνία, την κοινωνική αλληλεγγύη, την δια βίου μάθηση και επιμόρφωση, την κοινωνική υγεία κλπ. Βασικό προαπαιτούμενο δεν είναι άλλο από το κοινωνικό κεφάλαιο της αλληλεγγύης, της κοινωνικής συνεργασίας και της διάχυσης προς τα κάτω των γνώσεων και της πληροφόρησης με συμμετοχικές διαδικασίες.
Η κοινωνική οικονομία είναι τελικά το ηθικό αντίδοτο στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία. Έτσι, εάν θέλουμε μια αποτελεσματική ηθική στη σύγχρονη επιχειρηματικότητα θα πρέπει προσεγγίσουμε ολιστικά όλα τα παραπάνω ζητήματα αφού, σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, το όλον της Κοινωνίας των Πολιτών είναι ποιοτικά και ηθικά ανώτερο από το άθροισμα των μερών του. Έτσι λοιπόν αντιστρέφοντας τον φαύλο κύκλο της οικονομίας της αγοράς που συστρέφεται γύρω από το κέρδος, μπορούμε να θέσουμε σε κύκλο τον αειφόρο κύκλο της κοινωνικής οικονομίας και της πραγματικής επιχειρηματικής ηθικής, αφού το όλον της κοινωνίας των πολιτών, μέσα από την οριζόντια οργάνωση είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας και η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ηθικής επιχειρηματικότητας. Κι ασφαλώς αυτό ισχύει κι αντίστροφα, αφού ηθική επιχειρηματικότητα και κοινωνική οικονομία είναι αλληλένδετες και αλληλοσυμπληρούμενες. Για παράδειγμα, ηθικές και πράσινες τράπεζες δημιουργήθηκαν μόνον εκεί όπου υπάρχει τριτοβάθμια οργάνωση των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών, δηλαδή οργάνωση της ολότητας. Ταυτόχρονα δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι χώρες με υψηλό δείκτη κοινωνικής οικονομίας αντιμετώπισαν με πολύ πιο ήπια συμπτώματα την οικονομική κρίση και την ξεπέρασαν εύκολα. Ποιος καλόπιστος οικονομικός αναλυτής μπορεί να αμφισβητήσει αυτό το πραγματιστικό φαινόμενο; Παρά το γεγονός ότι είναι αυταπόδεικτο δύσκολα το βλέμμα των διευθυντικών ελίτ πέφτουν σε αυτό το σημείο.


Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
και οι προκλήσεις της εποχής μας

Η διοργάνωση των βραβείων “BRAVO” για την Κοινωνική Εταιρική Ευθύνη (ΕΚΕ) που έγινε στις 3 Ιουνίου στο Ζάππειο από το μη Κυβερνητικό Οργανισμό Quality Net, έφερε ξανά στο προσκήνιο το κρίσιμο ζήτημα της κοινωνικής υπευθυνότητας των επιχειρήσεων, αναδεικνύοντας την σημασία της για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αντιμετώπιση κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων.

Στην  διαγωνισμό συμμετείχαν 120 επιχειρήσεις της ΕΚΕ ενώ, στην εκδήλωση έλαβαν μέρος πολλές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις ως αξιολογητές, αλλά και γραμματείς των Υπουργείων που παρέδωσαν τα  βραβεία,  συμμετέχοντας παράλληλα, στο διάλογο για τον θεσμό που προηγήθηκε  της απονομής.
Ένα από τα βασικά ζητήματα  που ετέθησαν στην συζήτηση ήταν η άποψη ότι η ΕΚΕ παρά την ποιότητα των επί μέρους αποτελεσμάτων που υπάρχουν, αφορά ένα μικρό αριθμό απ΄μεγάλες επιχειρήσεις. Σε αυτό το επίπεδο στην πραγματικότητα  αντιπροσωπεύονται το 10% του συνόλου , ενώ στην ουσία απουσιάζουν από το εγχείρημα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυτό αποτελεί μια πρόκληση για το μέλλον του θεσμού.
Άλλα ζητήματα που ετέθησαν ήσαν: Πως η ΕΚΕ θα γίνει ελκυστική ως  διαδικασία στην ευρύτερη κλίμακα των επιχειρήσεων, πόσο η όλη διαδικασία που ακολουθείται με την Κοινωνική Εταιρική Ευθύνη γίνεται για επικοινωνιακούς λόγους και κατά πόσο, ανταποκρίνεται σε ουσιαστικές ανάγκες της κοινωνίας και  του περιβάλλοντος.
Έπειτα κατά πόσο η ΕΚΕ ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καταναλωτών αναφορικά με το εξωτερικό περιβάλλον των επιχειρήσεων και δεν είναι μια διαδικασία που αφορά μόνον για τις εσωτερικές ανάγκες των επιχειρήσεων τους εργαζομένους σε αυτές.

Η απάντηση κατά αρχήν σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι ότι οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές με τους στόχους . Οι επιχειρήσεις δεν μπαίνουν σε αυτή την διαδικασία χωρίς στόχους.
 Οι επιχειρήσεις μπαίνουν στην διαδικασία της Κοινωνικής Εταιρικής Ευθύνης με πρώτο κίνητρο την καλή φήμη και την ανταποδοτικότητα εκ μέρους των καταναλωτών να  προτιμούν τα προϊόντα τους για την κοινωνική η περιβαλλοντική τους ευαισθησία. Το ίδιο συμβαίνει με κάθε είδους χορηγία που βασίζεται στην ανταποδοτικότητα. Υπάρχει βέβαια και το κίνητρο της υστεροφημίας που μπορεί να έχει ο ηγέτης μιας επιχείρησης αλλά σε κάθε περίπτωση ξεκινάμε από την ανταποδοτικότητα και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά στο χώρο της αγοράς.

Η σημασία όμως της ΕΚΕ δεν μειώνεται για αυτό το λόγο, αντιθέτως με μια σύγχρονη ρεαλιστική προσέγγιση αυτή η σχέση μπορεί να ορθολογικοποιήσει την αγορά προς μια υγιή  κατεύθυνση, όταν μάλιστα το διακύβευα είναι η κλιματική αλλαγή, το βιώσιμο αστικό περιβάλλον  ο κοινωνικός αποκλεισμός και η φτώχεια που δημιουργεί δομικά προβλήματα στο σύστημα.

Αλλά αυτό απαιτεί εκτός από την διαφάνεια και το κοινωνικό απολογισμό και μια ολιστική προσέγγιση της κοινωνικής υπευθυνότητας. Όχι μόνον την αποσπασματική ποιότητα αποτελεσμάτων σε κάποιες επιχειρήσεις αλλά την συνολική ποιότητα της Κοινωνικής Εταιρικής Ευθύνης σε σχέση με το σύνολο των επιχειρήσεων την πόλη και το περιβάλλον της.

Σε σχέση λοιπόν με το ζήτημα της συνολικής ποιότητας της ΕΚΕ στον κοινωνικό απολογισμό των επιχειρήσεων δεν έχει τεθεί ακόμη ένα τέτοιο ερώτημα και φυσικά δεν έχει απαντηθεί.

Αυτό όμως θα προσέδιδε μια περαιτέρω αξία στο ρόλο της ΕΚΕ στην Ελληνική πραγματικότητα όπως και η σύνδεση της ΕΚΕ με την κοινωνική οικονομία για σημαντικά και διαρκή αποτελέσματα υπέρ της κοινωνικής υπευθυνότητας.
Η κοινωνική οικονομία και επιχειρηματικότητα για παράδειγμα είναι ο πολλαπλασιαστής της κοινωνικής υπευθυνότητας, απέναντι στον κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Είναι ο πολλαπλασιαστής, γιατί λειτουργεί ως ταμιευτήρας της αλληλεγγύης και των πόρων που προέρχονται από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, για να γίνουν επενδύσεις σε τομείς που είναι κοινωνικά αναγκαίοι, αλλά δεν προσφέρουν ισχυρό κίνητρο κέρδους για να προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις. Έτσι η κοινωνική οικονομία και επιχειρηματικότητα αντλώντας κεφάλαιο από δωρεές και χορηγίες, αλλά και συμμετοχές στη συγκρότηση κεφαλαίου χωρίς την επιδίωξη κέρδους. Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται διαρκή αποτελέσματα αλληλέγγυας οικονομίας δίχως την εφάπαξ ανάλωση των πόρων όπως συμβαίνει σε αντίθετη περίπτωση.

 Βέβαια το κλειδί πάντα είναι με ποια κριτήρια  διατίθενται οι πόροι, με ποιες σχέσεις διατίθενται οι χρηματοδοτήσεις μέσω  των κοινωνικών επιχειρήσεων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που παράγουν κοινωνικό, ανθρωπιστικό και περιβαλλοντικό έργο. Ποια είναι τα όρια της εξάρτησης και ανεξαρτησίας από συμφέροντα που έρχονται σε αντίθεση με τους παραπάνω σκοπούς.

Εδώ υπάρχει ένας άλλος  προβληματισμός. Ορισμένες ΜΚΟ όπως Greenpeace, δεν συνεργάζονται και δεν λαμβάνουν με επιχειρήσεις για να προασπίσουν την ανεξαρτησία τους λαμβάνουν συνδρομές μόνον από πολίτες όπως ισχυρίζονται.
Αλλά αυτός δεν μπορεί να είναι ο κανόνας για όλες τις μκο οι οποίες δεν έχουν και δεν διαθέτουν ευρύ φάσμα συνδρομητών. Οι οργανώσεις χρειάζονται πόρους και από τον ιδιωτικό τομέα για την αποστολή τους και τα λειτουργικά τους  και οι επιχειρήσεις από την πλευρά τους κοινωνικούς εταίρους εξειδικευμένους για να  εξασφαλίζουν συναίνεση για να “τρέξουν” κοινωνικά και περιβαλλοντικά προγράμματα, σε ότι αφορά την εσωτερικότητα και την εξωτερικότητα της Κοινωνικής Εταιρικής Ευθύνης. Επομένως η χρηματοδότηση μέσω της ΕΚΕ είναι ζωτικής σημασίας για πολλές ΜΚΟ.

Το πλεονέκτημα της πηγής  των διαθέσιμων πόρων σε σχέση με το κράτος, είναι η αμεσότητα με την οποία  μπορεί να κινηθεί ο ιδιωτικός τομέα, όσο και οικειοθελής χαρακτήρας των αποφάσεων των επιχειρήσεων να συμβάλλουν σε ένα κοινωφελές πρόγραμμα ανάλογα κίνητρα. Μια σχέση που  μπορεί να πολλαπλασιάσει τους πόρους της κοινωνικής υπευθυνότητας στο μέλλον χωρίς την διαμεσολάβηση του κράτους.
Αντίθετα στη σχέση με το κράτος θα πρέπει να σκεφτούμε  την γραφειοκρατία που υπάρχει και το μεγάλο κόστος της διαμεσολάβησης όταν πόροι αντλούνται διάμεσο της φορολογίας για να περάσουν κατόπιν στους κοινωνικούς φορείς χρειάζεται μια δαιδαλώδης διαδικασία.. Υπολογίζεται ότι ενα 35% περίπου χάνονται μέσα από αυτή την διαμεσολάβηση. Αυτός και μόνον είναι ένας λόγος παραπάνω για να αντιμετωπίσουμε τον ρόλο της ΕΚΕ περισσότερο θεσμικά και συντεταγμένα μέσα από την οριζόντια συνεργασία της πολιτείας, των επιχειρήσεων και των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων προς όφελος της ανάπτυξης της κοινωνικής υπευθυνότητας  και της βιώσιμου περιβάλλοντος

Οικουμενικό Σύμφωνο του ΟΗΕ


Το Οικουμενικό Σύμφωνο αποτελεί ένα πλαίσιο για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να δεσμευτούν προκειμένου να ευθυγραμμίσουν τις λειτουργίες τους και τις στρατηγικές τους με δέκα παγκόσμια αποδεκτές αρχές στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των συνθηκών εργασίας, του περιβάλλοντος και της καταπολέμησης της διαφθοράς. Ως η μεγαλύτερη, παγκόσμια πρωτοβουλία εταιρικής υπευθυνότητας –με χιλιάδες συμμετέχοντες από περισσότερες από 100 χώρες– το Οικουμενικό Σύμφωνο έχει ως πρωταρχικό στόχο την οικοδόμηση και προώθηση της κοινωνικής νομιμότητας των επιχειρήσεων και των αγορών. Μία επιχείρηση που υπογράφει για το Οικουμενικό Σύμφωνο μοιράζεται την πεποίθηση ότι εταιρικές πρακτικές στηριζόμενες σε παγκόσμιες αρχές, συμβάλλουν σε μία σταθερότερη, δικαιότερη και περιεκτικότερη παγκόσμια αγορά και βοηθούν στην οικοδόμηση ευημερουσών και ακμαζουσών κοινωνιών.

Η επιχειρηματικότητα, το εμπόριο και οι επενδύσεις αποτελούν βασικούς πυλώνες για την ευημερία και την ειρήνη. Η επιχειρηματική δραστηριότητα, όμως,  συχνά συνδέεται με σοβαρά διλήμματα- πχ. πρακτικές εκμετάλλευσης,  διαφθορά, ανισότητα εισοδημάτων, και εμπόδια που αποθαρρύνουν την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα. Υπεύθυνες επιχειρηματικές πρακτικές μπορούν με πολλούς τρόπους να οικοδομήσουν κλίμα εμπιστοσύνης και ένα κοινωνικό κεφάλαιο, συμβάλλοντας σε μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη και σε αειφόρες αγορές.
Το Οικουμενικό Σύμφωνο είναι μια καθαρά εθελοντική, διεθνής πρωτοβουλία με δύο κυρίαρχους στόχους:
Να αποτελέσει κυρίαρχο ρεύμα στις επιχειρηματικές δραστηριότητες σε ολόκληρο τον κόσμο,
Να λειτουργήσει ως καταλύτης για δράσεις που στηρίζουν τους αναπτυξιακούς στόχους της χιλιετίας των Ηνωμένων Εθνών.
Για να επιτύχει αυτούς τους στόχους, το Οικουμενικό Σύμφωνο προσφέρει δυνατότητες για μάθηση και δέσμευση μέσα από διάφορους μηχανισμούς: Διάλογους Πολιτικής,  Μάθηση, Τοπικά Δίκτυα, και Συμπράξεις.

Οι δέκα αυτές αρχές είναι:
Ανθρώπινα Δικαιώματα
Αρχή 1η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να υποστηρίζουν και να σέβονται την προστασία των διεθνώς διακηρυγμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Αρχή 2η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι δικές τους δραστηριότητες δεν εμπλέκονται σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Συνθήκες εργασίας
Αρχή 3η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προασπίζουν το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και την αποτελεσματική αναγνώριση του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης
Αρχή 4η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προασπίζουν την εξάλειψη κάθε μορφής καταναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας
Αρχή 5η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προασπίζουν την ουσιαστική κατάργηση της παιδικής εργασίας
Αρχή 6η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προασπίζουν την εξάλειψη των διακρίσεων στις προσλήψεις και την απασχόληση
Περιβάλλον
Αρχή 7η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ακολουθούν προληπτική προσέγγιση ως προς τις περιβαλλοντικές προκλήσεις
Αρχή 8η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής υπευθυνότητας
Αρχή 9η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη και διάδοση τεχνολογιών που είναι φιλικές προς το περιβάλλον
Καταπολέμηση της Διαφθοράς
Αρχή 10η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να αντιτίθενται σε κάθε μορφής διαφθορά, συμπεριλαμβανομένων του εκβιασμού και της δωροδοκίας.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ Ο.Κ.Π
Βασίλης Τακτικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου