Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

ΚΡΑΤΟΣ – ΑΓΟΡΑ – ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΛΙΤΩΝ
Τρεις καθολικότητες, σύμφωνα με τους μεγάλους στοχαστές του διαφωτισμού και της νεωτερικότητας, ορίζονται ως ρυθμιστικοί παράγοντες στην κοινωνική πραγματικότητα:  το κράτος, η αγορά και η κοινωνία των πολιτών. Όλοι οι κλασικοί της πολιτικής θεωρίας και σκέψης, όπως οι Τζον Λοκ, Άνταμ Σμιθ, Ρουσσώ, Χέγκελ, Μαρξ, Τοκβίλ, Γκράμσι κ.ά., καταπιάνονται ακριβώς με τις σχέσεις και αλληλουχίες που αναφέρονται σε αυτές τις καθολικότητες.


Όπως γράφει ο J. Rifkin, ο Λοκ, ο Ντεκάρτ, ο Σμιθ και άλλοι πρώιμοι φιλόσοφοι της νεωτερικότητας, με μια μεγάλη επίθεση, ανέτρεψαν την κοσμοθεώρηση της Εκκλησίας ,που βασιζόταν στην πίστη. Παρόλο που ορισμένοι στις γραμμές τους ομολογούσαν την πίστη τους σε μια ανώτερη θεία δύναμη, συχνά τάσσονταν υπέρ του ορθού λόγου αντί της πίστης και επένδυσαν πολλά τόσο στην υλική πρόοδο και στο όραμα της γήινης υπεραφθονίας όσο και στην αιώνια σωτηρία. Οι φιλόσοφοι της νεωτερικότητας έφτασαν να πιστεύουν ότι η αγορά είναι η αστείρευτη πηγή του ανθρώπινου πνεύματος και ότι η κουλτούρα επωφελούνταν δευτερευόντως. Έθεσαν την εργασία πριν από το παιχνίδι και υποκατέστησαν τις εγγενείς αξίες με τον ωφελισμό.
Οι υλιστές βλέπουν την αγορά ως τον κρίσιμο κοινωνικό θεσμό και τον πρωταρχικό ρυθμιστή των ανθρώπινων σχέσεων. Το πρόβλημα είναι πως η ανάλυσή τους έρχεται σε σύγκρουση με την ιστορία της ανθρώπινης ανάπτυξης.
Οι θεωρητικές αναφορές στην κοινωνία των πολιτών σε ελάχιστες περιπτώσεις διαχωρίζονται από την επίδραση του κράτους και της αγοράς, προφανώς γιατί οι θεσμοί της είναι ανίσχυροι, σε σχέση με τις δύο άλλες καθολικότητες.

Σε όλη αυτή την περίοδο, αντιθέτως, η κοινωνία των πολιτών είχε δυναμική παρουσία μόνο κατά τη διάρκεια των επαναστατικών περιόδων, υποτασσόμενη πάντοτε, δια μέσου των κομμάτων, στην εξουσία του κράτους και την ηγεμονία της αγοράς. Έτσι εμφανίζεται ως ένας χώρος που περισσότερο χρησιμοποιείται από τις κομματικές ηγεσίες και δεν υπαγορεύει πολιτική.

Η ιεραρχική οργάνωση της κοινωνίας και της παραγωγής δεν επέτρεπε την αυτόνομη οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών, πέρα από το συνδικαλισμό και τη συντεχνιακή αντίληψη, που κι αυτές οι εκφάνσεις της υποτάσσονται στον κομματισμό. Ως εκ τούτου, ο ρόλος της δεν μπόρεσε να είναι ανεξάρτητος και πρωταγωνιστικός.

Σε περιόδους κοινωνικής ειρήνης, ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών περιοριζόταν στη δημιουργία συναίνεσης και ενσωμάτωσης στο πλαίσιο του έθνους-κράτους και, πολλές φορές, ως έκφραση οργανωμένων μειοψηφιών διαφόρων κοινωνικών ομάδων και lobbies. Σήμερα, έχοντας υπ’ όψιν το ρόλο της μιντιοκρατίας στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και κατασκευής συναίνεσης, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι παραδοσιακά οι καθοδηγητές γνώμης προέρχονται, κυρίως, από τους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών.

Ο κατακερματισμός των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε ομάδες θεματικού ενδιαφέροντος και συντεχνιακών συμφερόντων, ασφαλώς δεν επέτρεπε στις οργανώσεις αυτές να θέτουν ανεξάρτητα ζητήματα συλλογικής κοινωνικής έκφρασης, πέραν των κομμάτων και του κράτους,

Ο κατακερματισμός των οργανωμένων μειοψηφιών εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί ακόμη την ηγεμονία του κράτους και της αγοράς και τις αντίστοιχες καθολικότητες.


Σήμερα μετά τις εκρηκτικές διαστάσεις που λαμβάνει η παγκόσμια οικονομική κρίση, εκείνο που διαπιστώνουμε με ανάγλυφο τρόπο, είναι ότι η ιστορία δε μένει αμετακίνητη ούτε στις ανάγκες ούτε στις ιδέες ούτε στα πολιτικά προτάγματα, όπως αυτά είχαν ορισθεί στο παρελθόν, αλλά μας αναγκάζει σε ένα γενικότερο επαναπροσδιορισμό.
Αυτό που παρουσιάστηκε πριν δύο δεκαετίες ως «το τέλος της ιστορίας», αντίθετα με τις νεοφιλελεύθερες προφητείες, δεν ήρθε. Οι ακραίες ολιγαρχικές αντιλήψεις και μαζί τους ο άκρατος κρατισμός, καταρρέουν. Ο κόσμος από διπολικός, κράτος - αγοράς, γίνεται τώρα τριπολικός κράτος – αγοράς – κοινωνία πολιτών. Είναι πρόδηλο ότι ο πολιτισμός και κυρίως οι νέες τεχνολογίες που έχουν να κάνουν με τη διάδοση της πληροφορίας, διαφοροποιούν διαρκώς τα δεδομένα με αποτέλεσμα οι επικρατούσες ιδεολογίες να σπρώχνουν τις κοινωνίες είτε προς την αυτοκαταστροφή διαφόρων συστημάτων που δεν είναι πλέον λειτουργικά, είτε προς την αμφισβήτηση και  δημιουργία νέων θεσμών.

Ας δούμε τους ορισμούς της κάθε ιστορικής καθολικότητας (ενότητας) ξεχωριστά

Το Κράτος, ως καθολικότητα κι ως θεσμός, νοείται μια κεντρική ρυθμιστική  εξουσία η οποία προκύπτει ως συνισταμένη  εξουσιών και κανόνων, μέσα στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης κοινωνίας η οποία ορίζεται εθνικά και κυρίως τοπικά και απορρέει από τα άτομα αλλά και τις κοινωνικές συλλογικότητες.

Όμως κάθε θεσμός έχει την τάση να αναπτύσσει κοινωνική στρέβλωση. Και στην περίπτωση του κράτους, η στρεβλή ανάπτυξή του είναι ο κρατισμός*. Ο κρατισμός, σαν στόχος, είναι η ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου μέσω της γραφειοκρατίας, του κομματισμού και της διαπλοκής,  η μετατροπή του σε μονοπώλιο και η χρήση του για ιδιοτελείς σκοπούς. Ο κρατισμός, σαν νοοτροπία, είναι η παθητική στάση των πολιτών που αναζητώντας προστασία και «βόλεμα» στην αγκαλιά του κράτους, δίνουν τα πάντα για μια θέση στον ήλιο του δημοσίου, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα ενοχική νοοτροπία απέναντί στο κράτος – προστάτη.  Έτσι παραιτούνται επί της ουσίας  από κάθε ουσιαστική απαίτηση και δικαίωμα και προδίδουν ακόμη και τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο αύριο με αντάλλαγμα την λύτρωση από τους φόβους και την αβεβαιότητα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον το γεγονός, ότι τις περισσότερες φορές οι ηγέτες των συνδικαλιστικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα, εναγκαλίζονται σφιχτά με το κράτος και περνούν στην αντίπερα όχθη αναλαμβάνοντας ακριβοπληρωμένες διοικητικές θέσεις ή ακόμα και έδρανα βουλευτών, εξυπηρετώντας τελικά τα συμφέροντα του κράτους και επί της ουσίας, προδίδοντας με τον τρόπο αυτό τους παλιούς τους συναδέλφους. 

Ο κρατισμός ως νοοτροπία, εκφράζει τη σιγουριά χωρίς ρίσκο, την προαγωγή χωρίς ιδρώτα, την επικράτηση του «κονέ» σε βάρος της αξίας. Με μια κουβέντα, εκφράζει ένα μέρος του παρασιτισμού. Στηρίζεται στη φοβία, περιορίζει την αυτονομία του ατόμου, ρημάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, υποσκάπτει τους κανόνες και τις αξίες, υποθηκεύει την αξιοκρατία, δε στηρίζει την κοινωνική αναδιανομή εισοδημάτων και την ισότητα δικαιωμάτων και δυνατοτήτων. Το κυριότερο όμως αποτέλεσμα της κοινωνικά εγκληματικής του δράσης είναι ότι οργανώνει την φαυλότητα και αποστερεί από το έθνος την αυτοπεποίθησή του. Συγκροτεί πολιτισμικά μια αντικοινωνική νοοτροπία, μια νοοτροπία περί μη τηρήσεως κανόνων που υποθάλπει τη διαφθορά. Συντηρεί κανόνες δύο ταχυτήτων και πλήττει καίρια την ισονομία και την ισοπολιτεία.


Η καθολικότητα της αγοράς* ως ρυθμιστής των κοινωνικών εξελιξεων  ή καλύτερα ως «οικονομία της αγοράς» νοείται  ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα, που θεμελιώθηκε μόλις πριν από δύο αιώνες, στο οποίο τα βασικά οικονομικά προβλήματα (τι, πώς, και για ποιον παράγεται) επιλύονται «αυτόματα», μέσω του μηχανισμού των τιμών και όχι μέσω συνειδητών κοινωνικών αποφάσεων όπως υποστήριζαν παλαιότερα οικονομικά μοντέλα και θεωρίες. Αποτέλεσμα αυτής της νέας αυτορρυθμιζόμενης αγοράς ήταν να δημιουργηθεί σταδιακά ένα παγκοσμιοποιημένο δίκτυο στο οποίο εντάχθηκαν οι περισσότερες από τις επιμέρους αγορές, αυτορρυθμιζόμενες κι αυτές. Η παντοδυναμία αυτού του νέου δικτύου που ώθησε την καθολικότητα της αγοράς σε μια εξαιρετικά ενισχυμένη θέση ως προς τις άλλες δυο καθολικότητες έγκειται στο γεγονός ότι κατάφερε να επιβάλει τους αυτοματισμούς της ακόμα και στα ίδια τα μέσα παραγωγής, δηλαδή την εργασία, τη γη και το χρήμα,  με τελικό αποτέλεσμα σήμερα να είναι η οικονομία αυτή που ελέγχει την κοινωνία και όχι η κοινωνία αυτή που ελέγχει την οικονομία. Ο ρόλος του κράτους σήμερα περιορίζεται στη διασφάλιση της αναπαραγωγής της οικονομίας της αγοράς, μέσω των μονοπωλίων, και στη δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου για την αποτελεσματική λειτουργία των αγορών.
Οι δογματικοί υποστηρικτές της αγοράς υποστηρίζουν ότι είναι ο απόλυτος ρυθμιστής της ευημερίας στην κοινωνία.

Ωστόσο δεν υπάρχει ούτε ένα γνωστό παράδειγμα που να τεκμηριώνει ότι οι άνθρωποι ομαδοποιήθηκαν για πρώτη φορά για να ιδρύσουν αγορές και να εμπορευθούν και στη συνέχεια απέκτησαν πολιτισμική ταυτότητα μας λέει ο J. Rifkin. Ούτε υπάρχουν παραδείγματα πρωταρχικής ανθρώπινης ομαδοποίησης με σκοπό τη δημιουργία κυβέρνησης και στη συνέχεια κουλτούρας. Πρώτα απ’ όλα οι άνθρωποι δημιούργησαν τη γλώσσα για να επικοινωνούν μεταξύ τους. Μετά έφτιαξαν ένα μύθο για την προέλευσή τους. Καθιέρωσαν τελετουργίες για τις καταβολές τους και οραματίστηκαν το συλλογικό τους πεπρωμένο. Δημιούργησαν κώδικες συμπεριφοράς και δεσμούς εμπιστοσύνης –αυτό που σήμερα αποκαλούμε «κοινωνικό κεφάλαιο»-και ανέπτυξαν κοινωνική συνοχή  .j.R

Η διαδικασία της αγοραιοποίησης είναι μια διαδικασία η οποία, μέσω της σταδιακής άρσης των κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές, τείνει να μετατρέψει όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες σ’ εμπορεύματα και τους πολίτες σ’ απλούς καταναλωτές. Μολονότι η αγορά σήμερα διαπερνά κάθε πλευρά της ζωής, την οικογενειακή ζωή, την κουλτούρα, την εκπαίδευση, τη θρησκεία κλπ το φαινόμενο αυτό είναι πολύ πρόσφατο κι αναδύθηκε μόλις στους δυο τελευταίους αιώνες. Έτσι, όπως σημειώνει ο Karl Polanyi στο κλασικό βιβλίο του The Great Transformation, πριν από την εποχή μας δεν υπήρξε καμιά οικονομία που να ελέγχεται από τις αγορές. Αν και ο θεσμός της αγοράς αποτελούσε αρκετά κοινό φαινόμενο από την ύστερη Λίθινη Εποχή, ο ρόλος της δεν είχε παρά δευτερεύουσα σημασία για την οικονομική ζωή. Κι ενώ η ιστορία κι η εθνογραφία γνωρίζουν διάφορα είδη οικονομιών, τα περισσότερα από τα οποία περιελάμβαναν τον θεσμό της αγοράς, δεν γνωρίζουν καμιά οικονομία πριν από τη δική μας που να ελέγχεται και να ρυθμίζεται, από τις αγορές και μάλιστα με τόσο απόλυτο τρόπο.

Όμως ούτε ο ρόλος του κράτους έχει εκλείψει ιστορικά, ούτε και η "αγορά" καταργείται με ένα διάταγμα. Οι δυο τομείς θα συνεχίσουν να υπάρχουν σε μια διαλεκτική σχέση.


Είναι ενδεικτικό ότι φιλελεύθεροι στοχαστές, όπως ο Φουκογιάμα και ο Σόρος, μετά την πρόσφατη κρίση, παίρνουν αποστάσεις από το σύστημα του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και μιλούν για μια απαραίτητη ισορροπία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος. Εκ των πραγμάτων, αμφισβητείται τόσο η ηγεμονία της αγοράς όσο και ο κρατικός καπιταλισμός και αναζητείται μια νέα μικτή οικονομία. Μάλιστα, η αμφισβήτηση αυτή είναι πλέον έμπρακτη και όχι θεωρητική και εστιάζεται στη μοριακή σύσταση του συστήματος, με αποτέλεσμα να  αναζητούνται νέες αρχές βιωσιμότητας. Ας μην ξεχνάμε, ότι μέσα από την κρίση, η αγορά είναι εκείνη που καλεί το κράτος σε βοήθεια και μάλιστα, μέσα από τους καθεδρικούς ναούς του συστήματος, που είναι οι τράπεζες.

Ο φιλελευθερισμός για πολλούς πλέον δεν ταυτίζεται με τον καπιταλισμό. Σε ό,τι αφορά τους οικονομιστές φιλελεύθερους, δυστυχώς ή ευτυχώς, οι τράπεζες δεν υπακούν στους ιδεολόγους του νεοφιλελευθερισμού και ζητούν τη βοήθεια του κράτους για να ξεπεράσουν την κρίση. Με αυτόν τον τρόπο, έχει χαλάσει η συνταγή της πίστης στο συλλογικό φαντασιακό, του καταναλωτισμού και της απεριόριστης οικονομικής μεγέθυνσης και ταυτόχρονα, η μηχανική της οικονομικής επιστήμης έρχεται σε αντίφαση με την ιδεοληψία των οικονομιστών που πιστεύουν στη «θρησκεία της ανταγωνιστικότητας». Το σύστημα βρίσκεται σε κρίση, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο, αφενός διότι η μηχανική του μονεταρισμού δε δουλεύει και αφετέρου διότι η κρίση κλιμακώνεται, με αποτέλεσμα να  κλονίζεται η πίστη της κοινωνίας στο σύστημα και επομένως να αναζητούνται άλλες διέξοδοι.

Αυτή η νέα πραγματικότητα έρχεται σε αντίθεση με τις γνωστές παραδοχές της ωφελιμιστικής αντίληψης, με βάση την απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση. Οι υλιστές βλέπουν την αγορά ως τον κρίσιμο κοινωνικό θεσμό και τον πρωταρχικό ρυθμιστή των ανθρώπινων σχέσεων. Το πρόβλημα είναι πως η ανάλυσή τους έρχεται σε σύγκρουση με την ιστορία της ανθρώπινης ανάπτυξης.
.  Όλα τα γνωστά σε μας οικονομικά συστήματα μέχρι το τέλος του φεουδαλισμού στη Δυτική Ευρώπη ήταν οργανωμένα με βάση τις αρχές είτε της αμοιβαιότητας, είτε της αναδιανομής, είτε της οικιακής οικονομίας (δηλαδή, παραγωγή για προσωπική χρήση) ή κάποιου συνδυασμού και των τριών.  Κατά συνέπεια, τα κίνητρα που διασφάλιζαν τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος προέκυπταν από τα έθιμα, τούς νόμους ή τη θρησκεία – όχι όμως από το κέρδος. Ακόμα κι όταν, από το 16ο αιώνα και μετά, οι αγορές έγιναν πολυάριθμες και σημαντικές, βρίσκονταν υπό τον στενό έλεγχο της κοινωνίας, σε συνθήκες, που καθιστούσαν αδιανόητη μια αυτορυθμιζόμενη αγορά. Το εμπόριο ήταν καθαρά υπόθεση των συντεχνιών κι όχι των μεμονωμένων τεχνιτών οι δε τιμές καθορίζονταν με αμοιβαία συμφωνία. Κατά κανόνα, τόσο τα αρχαία όσο και τα φεουδαλικά οικονομικά συστήματα θεμελιώνονταν στις κοινωνικές σχέσεις, η δε κατανομή των υλικών αγαθών ρυθμιζόταν από μη-οικονομικά κίνητρα. Τα αγαθά της καθημερινής ζωής, ακόμα και στις αρχές του Μεσαίωνα, δεν ήταν αντικείμενο τακτικής αγοραπωλησίας  στην αγορά. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση ούτε η εργασία ούτε η γη ήταν εμπορευματοποιημένες, η διαδικασία αγοραιοποίησης δεν είχε αρχίσει. Ήταν στην αρχή του 19ου  αιώνα που δημιουργήθηκε μια αυτορυθμιζόμενη αγορά, η οποία, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, καθιέρωσε  το θεσμικό διαχωρισμό της κοινωνίας σε  οικονομική και πολιτική σφαίρα. Ο διαχωρισμός της κοινωνίας από την οικονομία δημιούργησε τη δική του ασταμάτητη δυναμική. Αυτοί που έλεγχαν την παραγωγή έπρεπε να είναι «αποτελεσματικοί» ή καλύτερα «ανταγωνιστικοί» προκειμένου να επιβιώσουν σ’ ένα σύστημα με βάση την αγορά. Η αποτελεσματικότητα με τη σειρά της εξαρτιόταν από τις επενδύσεις σε νέες τεχνικές και προϊόντα και τη συνακόλουθη μαζική επέκταση της παραγωγής δηλαδή της διασφάλισης της ελεύθερης ροής «εργασίας» και «γης» με ελάχιστο κόστος και σύνθημα «ανάπτυξη ή θάνατος» που οδήγησε στη σημερινή πολυδιάστατη κρίση.

Στην οικονομία της αγοράς τα νοικοκυριά και οι παραγωγοί κινούνται με βάση το προσωπικό τους συμφέρον. Οι αποφάσεις τους επηρεάζονται καθαρά από το προσωπικό όφελος. Οι καταναλωτές στοχεύουν στη μεγιστοποίηση της ατομικής τους ευημερίας. Οι παραγωγοί επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Οι εργαζόμενοι αποβλέπουν στη μεγιστοποίηση του εργατικού μισθού, οι ιδιοκτήτες ακινήτων του ενοικίου που εισπράττουν, οι αποταμιευτές δανείζουν όταν το επιτόκιο είναι υψηλό και οι επιχειρηματίες αναζητούν  το μέγιστο κέρδος. Η βαθειά συστημική κρίση που διανύουμε και τα οικονομικά μέτρα που υιοθετούνται για την αντιμετώπιση της, έχει καταστήσει σαφές πως στο πλαίσιο του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς οι όροι της σχέσης μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή ουσιαστικά αντιστρέφονται. Αντί ο παραγωγός να παράγει με βάση τις ανάγκες των καταναλωτών, κάτι που συνιστά τον πρωταρχικό λόγο ύπαρξης της σφαίρας της οργανωμένης οικονομικής δραστηριότητας, οι καταναλωτές καλούνται τώρα να «αγοράσουν» όχι για να καλύψουν δικές τους ανάγκες αλλά προκειμένου να στηρίξουν τις εταιρείες που καταρρέουν. Αντί λοιπόν οι εταιρείες να υπηρετούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, το κοινωνικό σύνολο εξαναγκάζεται σε μια σχέση υποτέλειας απέναντι στις εταιρείες που ελέγχουν το σύνολο των μέσων παραγωγής και διανομής.

Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό της αγοράς, που βασίζεται στην ιδέα του Άνταμ Σμιθ ότι το κοινό καλό επιτυγχάνεται μέσω της επίδειξης του ιδιοτελούς συμφέροντος του ατόμου, η κοινωνία των πολιτών εκκινεί από την ακριβώς αντίθετη προϋπόθεση – κάθε άτομο δίνει κάτι από τον εαυτό του στους άλλους και με τη βελτιστοποίηση του γενικότερου καλού της ευρύτερης κοινότητας θα προωθηθεί και η δική του ευημερία.

Η καθολικότητα της κοινωνίας των Πολιτών

Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία απρόσωπων δυνάμεων της αγοράς, η κοινωνία των πολιτών έχει καταστεί πολύ σημαντικό κοινωνικό καταφύγιο. Είναι ο τόπος όπου οι άνθρωποι δημιουργούν μια αίσθηση συγγένειας και εμπιστοσύνης, όπου μοιράζονται σκοπούς και συλλογική ταυτότητα. Ο τομέας της κοινωνίας των πολιτών είναι το αντίδοτο σε έναν κόσμο που νοείται όλο και περισσότερο με αυστηρά εμπορικούς όρους.J.R

Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 

Τα πράγματα αλλάζουν ριζικά με την έλευση της παγκοσμιοποίησης, την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και διαδικτύου, από τη μία πλευρά, και από την άλλη, την ανάδυση των μεγάλων περιβαλλοντικών προβλημάτων, την κλιματική αλλαγή, τις μεγάλες ανισότητες, τη διόγκωση της παγκόσμιας φτώχειας, που κινητοποιούν, παράλληλα, πληθώρα μικρών και μεγάλων οργανώσεων, με μεγάλη επικοινωνιακή εμβέλεια, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να λογοδοτούν απέναντι σε αυτά τα ζητήματα.
Η κοινωνία των πολιτών αρχίζει να γίνεται καταλυτικός παράγοντας στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας, από τη στιγμή του εμφανίζεται η μεγάλη ποσοτική αύξηση και ποιοτική διαφοροποίηση των οργανώσεών της, με τάσεις αυτονομίας απέναντι στο κράτος με οικονομική διάρθρωση.
Η οικολογική αφύπνιση, η διεύρυνση της κοινωνικής οικονομίας και το πρόταγμα της πράσινης ανάπτυξης, που αναδείχθηκε τελευταία, είναι ορισμένα από τα σημεία των καιρών, που αλλάζουν τα δεδομένα.
Η νέα καθολικότητα γεννιέται ακριβώς μέσα από τη μεγάλη αντίθεση ανάπτυξης των επικοινωνιακών δυνατοτήτων σε επίπεδο αυτο-οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών και τις μειούμενες προσφορές του έθνους-κράτους σε κοινωνική ασφάλεια, εξασφάλιση απασχόλησης και κοινωνικών παροχών, παράλληλα με τις πιέσεις που ασκούνται στο κράτος από την οικονομική παγκοσμιοποίηση.

Κυρίως, όμως, γεννιέται μέσα από τις απεριόριστες και προσιτές επικοινωνιακές εφαρμογές του διαδικτύου για τις Μ.Κ.Ο., οι οποίες αποκτούν ολοένα και πιο δραστήριο ρόλο στην επικοινωνιακή διαμεσολάβιση.

Η υλική βάση της ανάπτυξης της νέας καθολικότητας της κοινωνίας των πολιτών είναι τα μετρήσιμα μεγέθη της κοινωνικής οικονομίας και της τάσης προς την πράσινη ανάπτυξη, που μπαίνει πλέον επίσημα στην πολιτική ατζέντα των ανεπτυγμένων χωρών. Αυτή η νέα υλική βάση της κοινωνικής οικονομίας, που διαρκώς μεγεθύνεται σε μια αμφίδρομη σχέση με το λεγόμενο «κοινωνικό κεφάλαιο», δημιουργεί και τις προϋποθέσεις αυτονομίας έναντι του κράτους.

Μολονότι η κοινωνία των πολιτών εκφράζεται μέχρι στιγμής μέσα από ένα τεράστιο μωσαϊκό οργανώσεων, διαφέρει ριζικά από το παρελθόν και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα συγκυριακό φαινόμενο, όπως γνωρίζουμε από τις προεπαναστατικές περιόδους, π.χ. της Γαλλικής ή της Ρωσικής Επανάστασης ή αργότερα του Γαλλικού Μάη.

Είναι φανερό ότι γίνεται πλέον ρυθμιστής και διαφοροποιεί την οικονομία και την πολιτική που γνωρίζαμε μέχρι τώρα.

Δεν είναι απλά μια συσσώρευση δυνάμεων που λειτουργεί ως βατήρας για ένα κοινωνικό ξέσπασμα, για να παραδώσει στη συνέχεια τη δύναμή της, μετά την έκρηξή της, στην εξουσία του κράτους, αλλά είναι μια καθολικότητα με αυτόνομη θεσμική διάρκεια, που ριζώνει στην κοινωνία και την ενεργοποιεί προς νέες μορφές συλλογικής δημιουργίας. Επιβάλλει στο κράτος και την αγορά, για πρώτη φορά στην ιστορία, την ατζέντα της πράσινης οικονομίας και της κοινωνικής περιβαλλοντικής ευθύνης.

Επιβάλλεται σταδιακά ως αυτόνομη καθολικότητα για την ειρήνη, την οικολογία και την αλληλέγγυα οικονομία.
Ωστόσο, οι δύο καθολικότητες, του κράτους και της αγορά, παραμένουν και σήμερα οι «μεγάλες ρυθμιστικές δυνάμεις».
Είναι εκείνες που καθόρισαν τις κοινωνικές εξελίξεις και το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύστημα του καπιταλισμού καθ' όλη τη διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων της βιομηχανικής εποχής. Τώρα πιέζονται για θεσμικές μεταρυθμίσεις στο επίπεδο της οικονομίας  και της δημοκρατίας. Οι κάθε είδους δογματικοί υπέρμαχοι άλλοτε της μονοσήμαντης κυριαρχίας του κράτους και άλλοτε της αγοράς νιώθουν άβολα και προσπαθούν μάταια να εντάξουν το νέο φαινόμενο στα καλούπια τους. Όμως, η νέα καθολικότητα της κοινωνίας πολιτών δεν υπακούει ούτε στους κανόνες της  οικονομίας της αγοράς, ούτε χωράει στο πλαίσιο της οικονομικής ολιγαρχίας, ούτε συνάδει ή συναινεί με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ούτε συμπορεύεται με το κράτος ή τον κρατισμό.  Κι αυτό, γιατί απλά η υλική βάση και το συλλογικό φαντασιακό της κοινωνίας μετασχηματίζονται και αυτοργανώνονται εντελώς ανεξάρτητα κι ερήμην όλων αυτών. Όσο αλήθεια είναι ότι στη βάση του φιλελευθερισμού και των ατομικών δικαιωμάτων βρήκε έδαφος και αναπτύχθηκε η κοινωνία των πολιτών, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι η ατομιστική ωφελιμιστική αντίληψη της αγοράς δεν είναι ο μόνος χώρος στον οποίο γίνονται οι επιλογές και ζυμώνονται  προτιμήσεις όσον αφορά στην οργάνωση του τρόπου ζωής των πολιτών. Κι η οργανωμένη κοινωνία πολιτών είναι η περίτρανη απόδειξη.

Ιστορικά οι θεωρητικές αναφορές στην κοινωνία των πολιτών, στα τέλη του 19ου  και τις αρχές του 20ου αιώνα, σε ελάχιστες περιπτώσεις διαχωρίζονται από την επίδραση του κράτους και της αγοράς, προφανώς γιατί οι θεσμοί της ήταν ανίσχυροι, σε σχέση με τις δύο άλλες καθολικότητες. Έτσι, στο σημείο αυτό αξίζει να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή και να αναφερθούμε πολύ περιληπτικά στις  δυο αντικριστές θεωρίες του φιλελεύθερου στοχαστή Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville 1805 – 1859) και του ηγέτη της Ιταλικής αριστεράς Γκράμσι (Antonio Gramsi 1891 – 1937) για την κοινωνία των πολιτών ώστε να αντιληφθούμε την σχέση και τη συνάρτηση της οργανωμένης κοινωνίας πολιτών ως καθολικότητα, με τις άλλες δυο καθολικότητες της αγοράς και κυρίως του κράτους.

Ο Τοκβίλ  και ο Γκράμσι είναι οι δύο στοχαστές στους οποίους αναφέρονται όλοι οι σύγχρονοι μελετητές. Μολονότι και οι δύο έγραψαν σε μια άλλη εποχή, με διαφορετικά δεδομένα, και η ερμηνεία τους μπορεί να θεωρηθεί πολύ πρώιμη για τις σημερινές συνθήκες, η συνεισφορά τους στη θεωρητική παράδοση για τη σχέση της κοινωνίας των πολιτών με το κράτος είναι το σημείο αναφοράς που σηματοδοτεί τα όρια και τις δυνατότητες ελευθερίας, του κοινωνικού φαινομένου που σήμερα ορίζεται ως «ενεργοί πολίτες».

Ο Τοκβίλ αναδεικνύει τη σημασία του εθελοντισμού σε σχέση με το λιγότερο κράτος και την ανάπτυξη του κοινωνικού κεφαλαίου και της κοινωνίας των πολιτών, που πλέον αναγνωρίζονται ευρέως ως καθοριστικοί παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης, όπως αναφέρεται από τους Putnam και Fukuyama και περιγράφεται στο έργο του «Δημοκρατία στην Αμερική». Εξετάζει, μάλιστα, με πραγματικό θαυμασμό το πλήθος των εθελοντικών οργανώσεων πολιτών στις Η.Π.Α., που, λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι θεσμοί, συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη, εξυπηρετώντας, παράλληλα, μία σειρά κοινωνικών σκοπών, ενάμιση αιώνα πριν.

Ωστόσο, πολλές από τις «προφητικές» ερμηνείες του διαψεύδονται από την ίδια την εξέλιξη της Αμερικής και την εξέλιξη του οικονομικού φαινομένου του καπιταλισμού τον οποίον άλλωστε δεν αναλύει οικονομικά, όπως έκαναν ο Άνταμ Σμιθ και ο Μαρξ, αλλά αναφέρεται απλά στις αξίες του φιλελευθερισμού τις οποίες εμπεριέχει.

Γράφει για την Αμερική. «Βλέπω ότι τα αγαθά και τα χαλεπά επιμερίζονται αρκετά ισομερώς. Τα μεγάλα πλούτη εξαφανίζονται και ο αριθμός των μικρών περιουσιών πολλαπλασιάζεται. Δεν υπάρχουν πια ούτε η αχανής χλιδή ούτε η ανεπανόρθωτη εξαθλίωση. Η φιλοδοξία είναι καθολικό συναίσθημα, λίγες όμως είναι οι άμετρες φιλοδοξίες». Και παρακάτω: «Τα ήθη είναι ήπια και η νομοθεσία ανθρώπινη... Η βία είναι σπάνια και η σκληρότητα σχεδόν ανύπαρκτη... Και αυτό που παρατηρώ σε σχέση με τις περιουσίες εμφανίζεται με μύριες όσες μορφές. Όλα σχεδόν τα ακραία φαινόμενα γλυκαίνουν και αμβλύνονται και όλα τα έντονα σημεία σβήνουν, αφήνοντας τη θέση τους σε κάτι το μεσαίο». Δυστυχώς, τίποτα από αυτές τις ρομαντικές περιγραφές δεν ισχύει σήμερα στην Αμερική.

Ο κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, συγκρίνοντας τα «προφητικά όρια» και τις «προβλητικές ανεπάρκειες» του Τοκβίλ, σε αντιπαράθεση με τις αντίστοιχες αδυναμίες του Μαρξ, διαπιστώνει ότι και οι δύο στοχαστές δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από την εποχή τους, τις αφετηριακές αξίες και επιλογές τους με αποτέλεσμα να παρεκκλίνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Έτσι, η ειρωνεία της ιστορίας επιβεβαιώνεται για άλλη μία φορά: οι δύο αντίθετες και αντικριστές αναγνώσεις του μέλλοντος εμφανίζονται ως παραπληρωματικά μέρη μιας ενεργούς και επίκαιρης αντιπαράθεσης αξιών, στο πλαίσιο της οποίας οι δύο στοχαστές μπορούν να συγκριθούν όχι ως προς την αναλυτική τους δεινότητα, αλλά ως προς την κατεύθυνση και τις προεκτάσεις της προταγματικής τους ανεπάρκειας.

Ο Γκράμσι, από την άλλη πλευρά, εισάγει στην πολιτική θεωρία την έννοια τις ιδεολογικής ηγεμονίας του «οργανικού διανοούμενου» και το γεγονός ότι σκεπτόμενοι και οργανωτικοί άνθρωποι προωθούν ενεργά τις ιδέες και τις απόψεις της τάξης τους.

Η κοινωνία των πολιτών είναι, τρόπον τινά, το πεδίο άσκησης της ελευθερίας και της δημιουργίας των όρων και προϋποθέσεων της συναίνεσης και της πειθούς, αλλά είναι εξίσου και το πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων στο πολιτιστικό, ιδεολογικό, θρησκευτικό και οικονομικό επίπεδο. Το ρόλο αυτό παίζουν οι οργανωτικοί διανοούμενοι, με στόχο την ιδεολογική ηγεμονία.

Επομένως κατά τον Γκράμσι, προκειμένου να κατανοήσουμε ένα σύγχρονο κράτος, δεν αρκεί να μελετήσουμε τα πολιτικά κόμματα και την οικονομική δομή, αλλά είναι αναγκαίο να αναλύσουμε εκείνο το σύνολο φαινομένων που αποκαλούσε «οργάνωση της κουλτούρας», δηλαδή: το σχολείο, τις εκκλησίες, τις εφημερίδες, τις περιοδικές επιθεωρήσεις, τον κινηματογράφο, το λαϊκό μυθιστόρημα κ.λπ.

Ο Γκράμσι αντιτάχθηκε, με τον τρόπο του, στις επικρατούσες απόψεις στο διεθνές μαρξιστικό θεωρητικό τοπίο της εποχής του, δηλαδή στον οικονομίστικο αυτοματισμό και τον πολιτικό βολονταρισμό, ακόμη και στον Λένιν.

Οι βασικές συνεισφορές του Γκράμσι στην πολιτική σκέψη ήταν οι εξής:
η έννοια της πολιτισμικής «ηγεμονίας», ως μέσο διατήρησης της κυριαρχίας του καπιταλιστικού κράτους,
ο τονισμός της ανάγκης για τη μόρφωση των εργατών, ώστε να δημιουργηθούν οι «οργανικοί διανοούμενοι» της εργατικής τάξης και να γίνει δυνατή η επίτευξη της εργατικής ταξικής «ηγεμονίας»,
η διάκριση μεταξύ πολιτικής κοινωνίας (αστυνομία, στρατός, νομικό σύστημα κ.ά.), που κυριαρχεί άμεσα και κατασταλτικά, και κοινωνίας των πολιτών (οικογένεια, εκπαιδευτικά συστήματα, συνδικάτα κ.ά.), όπου η κυριαρχία του καπιταλιστικού κράτους συγκροτείται μέσω της ιδεολογίας ή μέσω της συναίνεσης,
η πρωταρχική σημασία του ιστορικού υποκειμένου, δηλαδή η ανάλυση μιας κοινωνίας στο συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό της πλαίσιο και η κριτική του οικονομικού ντετερμινισμού.

Πρέπει, βέβαια, να τονιστεί ότι η θεωρία του Γκράμσι, που διατυπώθηκε υπό διαφορετικές συνθήκες από τις σημερινές, δεν μπορεί να ερμηνεύσει όλα τα σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα και τις συλλογικές συμπεριφορές. Επιπλέον, έχει επισημανθεί από ορισμένους ότι ο Γκράμσι ήταν αποκλειστικά, ή τουλάχιστον κυρίως, εθνικός στοχαστής στο συγκεκριμένο πλαίσιο της Ιταλίας.

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, με ανεξάρτητη και αυτόνομη δράση από το εθνικό κράτος. Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και οι οργανικοί διανοούμενοι δεν είναι αναγκασμένοι να είναι κρατικοί υπάλληλοι ή κομματικά στελέχη. Στελέχη, δηλαδή, μιας ιεραρχικής αντιπροσωπευτικής οργάνωσης, με σκοπό την κρατική εξουσία ή τη διατήρησή της.

Υπάρχει, δηλαδή, ένας σαφής διαχωρισμός της κοινωνίας των πολιτών από το κράτος ως επιλογή. Πρόκειται, λοιπόν, για μια διαφοροποιημένη κοινωνία των πολιτών από αυτή που ανάλυε ο Γκράμσι στην εποχή του.
Η νέα καθολικότητα της κοινωνίας των πολιτών είναι προϊόν της παγκοσμιοποίησης και της ανοικτής κοινωνίας και δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την κατασκευή του ιστορικισμού της κλειστής κοινωνίας, που ανάπτυξε ο Χέγκελ ο οποίος, με τη σειρά του, ταυτίζει την κοινωνία των πολιτών με το έθνος-κράτος και, άρα, ως εξαρτώμενη από αυτό.

Εδώ η θεώρηση του φιλελευθερισμού του Τοκβίλ είναι χρήσιμη απέναντι στον κρατισμό, όπως και η θεώρηση του Γκράμσι είναι χρήσιμη για να δούμε τη λειτουργία της συναίνεσης, αλλά και τη λειτουργία της αμφισβήτησης, απέναντι στις καθολικότητες του κράτους και της αγοράς. Σε όλη αυτή την περίοδο, η κοινωνία των πολιτών είχε δυναμική παρουσία μόνο κατά τη διάρκεια των επαναστατικών περιόδων, υποτασσόμενη πάντοτε, δια μέσου των κομμάτων, στην εξουσία του κράτους και την ηγεμονία της αγοράς. Έτσι εμφανιζόταν ως ένας χώρος που περισσότερο χρησιμοποιείτο από τις κομματικές ηγεσίες και δεν υπαγόρευε πολιτική.

Η ιεραρχική οργάνωση της κοινωνίας και της παραγωγής δεν ευνοούσαν την αυτόνομη οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών, πέρα από το συνδικαλισμό, τη συντεχνιακή αντίληψη με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε ομάδες θεματικού ενδιαφέροντος και συντεχνιακών συμφερόντων που ασφαλώς δεν επέτρεπε στις οργανώσεις να θέτουν ανεξάρτητα ζητήματα συλλογικής κοινωνικής έκφρασης, με αποτέλεσμα ο ρόλος τους να μην είναι ούτε ανεξάρτητος, ούτε πρωταγωνιστικός, αφού ο κατακερματισμός των οργανωμένων μειοψηφιών εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί ακόμη την ηγεμονία του κράτους και της αγοράς και τις αντίστοιχες καθολικότητες.

Σε περιόδους κοινωνικής ειρήνης, ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών περιοριζόταν στη δημιουργία συναίνεσης και ενσωμάτωσης στο πλαίσιο του έθνους-κράτους και, πολλές φορές, ως έκφραση οργανωμένων μειοψηφιών διαφόρων κοινωνικών ομάδων και lobbies.

Σταδιακά, ιδιαίτερα μετά τον παγκόσμιο πόλεμο,  παρατηρείται μια εξελικτική διαδικασία η οποία επιδρά στο μετασχηματισμό της δημοκρατίας έναντι του κρατικού αυταρχισμού. Ένα μετασχηματισμό ο οποίος συντελείται στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ανοικτής κοινωνίας, μέσα από την παράδοση του φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και έχει σαν αποτέλεσμα τη θεσμική εξέλιξη των κοινωνικών κατακτήσεων, των ατομικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων.  Από την άλλη πλευρά, τα νέα δεδομένα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της επικυριαρχίας της αγοράς περιορίζουν την κοινωνική προστασία του έθνους-κράτους και ωθούν την κοινωνία πολιτών προς την αυτενέργεια και τις πρωτοβουλίες αυτο-οργάνωσης. Έτσι, ανάμεσα σε αυτούς στο κράτος και την αγορά, αναδύεται η νέα καθολικότητα της κοινωνίας των πολιτών, όχι μόνο ως συνομιλητής στη δημοκρατική διαβούλευση, αλλά και ως δύναμη με καθολική ισχύ στην οικονομία και την κουλτούρα, που αναπτύσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο και διαμορφώνει νέους θεσμούς.

Η κοινωνία των πολιτών αναγνωρίζεται ως τρίτος πόλος στην οικονομία και την παγκόσμια διακυβέρνηση. Αναδύεται ως δύναμη συναίνεσης και ευημερίας, αλλά και ως δύναμη αμφισβήτησης και ανατροπής, επιβάλλοντας πολιτικές για το περιβάλλον, για την αντιμετώπιση της απασχόλησης και καταπολέμηση της φτώχειας μέσα από τη συμμετοχική οικολογία και την κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, ως πολυμορφικό κίνημα συμμετοχικής δημοκρατίας.

Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτήθηκαν κι επιταχύνθηκαν σημαντικά με την έλευση της παγκοσμιοποίησης, την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, την ανάδυση των μεγάλων περιβαλλοντικών προβλημάτων, την κλιματική αλλαγή, τις μεγάλες ανισότητες, τη διόγκωση της παγκόσμιας φτώχειας, που κινητοποιούν  πληθώρα μικρών και μεγάλων οργανώσεων, με μεγάλη επικοινωνιακή εμβέλεια, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να λογοδοτούν απέναντι σε αυτά τα ζητήματα. Η κοινωνία των πολιτών αρχίζει να γίνεται καταλυτικός παράγοντας στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας και μολονότι εκφράζεται μέσα από ένα τεράστιο μωσαϊκό οργανώσεων, διαφέρει ριζικά από το παρελθόν και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα συγκυριακό φαινόμενο, όπως στις προεπαναστατικές περιόδους, π.χ. της Γαλλικής ή της Ρωσικής Επανάστασης ή αργότερα του Γαλλικού Μάη.

Με δεδομένο τις πιέσεις που ασκούνται στο κράτος από την οικονομική παγκοσμιοποίηση, είναι φανερό ότι η νέα καθολικότητα που γεννιέται γίνεται πλέον ρυθμιστής και διαφοροποιεί την οικονομία και την πολιτική που γνωρίζαμε μέχρι τώρα, αποτελώντας γέφυρα ανάμεσα στην αλματώδη ανάπτυξη των επικοινωνιακών δυνατοτήτων σε επίπεδο αυτο-οργάνωσης  της κοινωνίας των πολιτών και της διαρκώς  μειούμενης προσφοράς του έθνους-κράτους σε κοινωνική ασφάλεια, εξασφάλιση απασχόλησης και κοινωνικών παροχών. Κυρίως, όμως, γεννιέται μέσα από τις απεριόριστες και προσιτές επικοινωνιακές εφαρμογές του διαδικτύου οι οποίες αποκτούν ολοένα και πιο δραστήριο ρόλο στην επικοινωνιακή διαμεσολάβηση. Έτσι, έχοντας υπ' όψιν το ρόλο της μιντιοκρατίας στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και κατασκευής συναίνεσης, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι παραδοσιακά οι καθοδηγητές γνώμης προέρχονταν, κυρίως, από τους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών.

Με τον όρο  «κοινωνία  πολιτών» εννοούμε συνήθως ομάδες ή οργανισμούς που λειτουργούν εκτός των επίσημων δομών και θεσμών μιας χώρας. Οι ομάδες αυτές περιλαμβάνουν τους κοινωνικούς εταίρους, δηλαδή τις συλλογικότητες τις συντεχνίες και τους συνδέσμους εργοδοτών, καθώς επίσης τις Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών οι οποίες συσπειρώνουν τους ανθρώπους σε ένα κοινό σκοπό. Δεν είναι απλά μια συσσώρευση δυνάμεων που λειτουργεί ως βατήρας για ένα κοινωνικό ξέσπασμα, για να παραδώσει στη συνέχεια τη δύναμή της, στην εξουσία του κράτους, αλλά είναι μια καθολικότητα με αυτόνομη θεσμική διάρκεια, που ριζώνει στην κοινωνία και την ενεργοποιεί προς νέες μορφές συλλογικής δημιουργίας, επιβάλλοντας στο κράτος και την αγορά, για πρώτη φορά στην ιστορία, την δική της ατζέντα. Έτσι, η τάση μείωσης συμμετοχής των πολιτών σε κομματικές οργανώσεις, καθώς και η μεγαλύτερη ικανότητα αυτο-οργάνωσης κοινωνικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων, έχουν σαν αποτέλεσμα την αισθητή ενδυνάμωση της Κοινωνίας των Πολιτών, με αποτέλεσμα αρκετοί νεωτεριστικοί τομείς να σημειώνουν αξιόλογη ανάπτυξη και δραστηριότητα κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας, όπως είναι οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι ομάδες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι σύνδεσμοι καταναλωτών, οι φιλανθρωπικές οργανώσεις, οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί, οι οργανισμοί με βάση την κοινότητα, οι οργανισμοί νεολαίας, οι οικογενειακοί οργανισμοί, οι θρησκευτικές κοινότητες και όλοι οι οργανισμοί στους οποίους συμμετέχουν οι πολίτες σε τοπικό επίπεδο ή σε επίπεδο δήμου.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας αυτής καθολικότητας είναι: 

Η εκρηκτική έκταση, που καταλαμβάνει την τελευταία εικοσαετία
Οι ανθρώπινες και βιώσιμες συγκλίνουσες αξίες που προκύπτουν συνθετικά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες όπως του φιλελευθερισμού, του σοσιαλισμού, της οικολογίας κλπ
Η πολυμορφία και πολυφωνία
Η ανοιχτή διαβούλευση στον κυβερνοχώρο, έξω από τη γραφειοκρατία και τους θεσμούς εξουσίας η οποία συντελεί στη διαμόρφωση μια εντελώς νέας κατάστασης αυτής της  ανοιχτή κοινωνίας.
Η οριζόντια οργάνωση
Η ανάπτυξη των κοινωνικών δικτύων και η οικουμενική τους διάσταση όσον αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα, την οικολογία και την ανθρωπιστική βοήθεια.
Η αμφίδρομη επικοινωνία κι αυτοδυναμία,
Η υπέρβαση σε μεγάλο βαθμό της ιδιοκτησίας της γνώσης, που φέρνει το διαδίκτυο και απελευθερώνει μεγάλες δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών και σε οικονομικό, αλλά και πολιτιστικό επίπεδο
Η βαθιά κοινωνικοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας του άυλου προϊόντος της ατομικής και συλλογικής δημιουργίας, καθώς πλέον είναι σχεδόν ανέξοδη ή πολύ φθηνή η μεταφορά γνώσης, ανασυνθέτοντας  θεμελιακά νέες αξίες όπως αυτή του πνευματικού εθελοντισμού.
Η ανάδειξη του εθελοντισμού σε κοινωνικό κεφάλαιο τοπικής, αλλά και παγκόσμιας σημασίας για την ανάπτυξη.
Οι αυτόνομες συλλογικότητες και κυβερνοσυλλογικότητες, με σύμμαχο το διαδίκτυο και τις νέες επικοινωνιακές δυνατότητες, που αναπτύσσουν μέσα από αυτή τη διαδικασία προς όφελος του εθελοντισμού της κοινοτικής μη κερδοσκοπικής παραγωγής και της κοινωνικής οικονομίας, χωρίς την επιβολή δογματικής ιδεολογίας.

Αυτό όμως που ιδιαιτέρως χαρακτηρίζει τη νέα καθολικότητα της κοινωνίας των πολιτών είναι, τα συνεργατικά δίκτυα που συνθέτουν έναν άλλον κόσμο πέραν αυτού της ανταγωνιστικότητας της αγοράς, με αποτέλεσμα  να εμφανίζονται δίκτυα κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας, δίκτυα οικολογίας, ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και συνεργατικά δίκτυα, σε παγκόσμιο επίπεδο, για πρώτη φορά στην ιστορία σε τόσο μεγάλη έκταση.

Οι περισσότερες πραγματικά νέες ιδέες, θεματικές και πρακτικές προέρχονται από τον χώρο των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών. Κατά ένα περίεργο τρόπο ακόμη και οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη προσθέτουν λόγους για την επικαιρότητα του μηνύματος της κοινωνίας πολιτών. Θα έλεγε κανείς ότι η ανάγκη της επανεφεύρεσης της απαξιωμένης πλέον πολιτικής στις συνειδήσεις των πολιτών επιστρέφει με έναν εντελώς καινούργιο τρόπο. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο  το γεγονός ότι η ιδέα της κοινωνίας των πολιτών, γίνεται όλο και πιο σημαντική στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου θεωρείται πλέον ένας από τους τρόπους με τους οποίους η ΕΕ επιχειρεί να επανασυνδεθεί με τους πολίτες της.

Κοινό γνώρισμα όλων των εκδηλώσεων της κοινωνίας των πολιτών είναι ο αυξημένος βαθμός κοινωνικού ενδιαφέροντος και ο εθελοντικός μη κρατικός, μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας των οργανώσεών της. Έρευνες καταδεικνύουν ότι η συμμετοχή των πολιτών σε φορείς της Κοινωνίας των Πολιτών προκαλεί αισθήματα διασκέδασης- ευχαρίστησης και ικανοποίησης για την επίτευξη των στόχων που οι ίδιοι ή οι οργανώσεις τους έχουν θέσει. Στόχοι οι οποίοι εμπνέονται από οικολογική ή ανθρωπιστική συλλογική δράση η οποία συγκροτεί «θεσμούς αλληλεγγύης» και εθελοντικής προσφορά με μετα-υλικές ανθρωπιστικές αξίες οι οποίες βασίζονται σε ένα κοσμοπολιτικό ουμανισμό. Έναν ουμανισμό που προσπαθεί να ξεπεράσει τα εθνικά όρια και να νοιαστεί για τον πλανήτη και τον πληθυσμό του γενικά. Οι αξίες αυτές είναι:

Αλτρουισμός, ατομική ανάγκη ή συναίσθημα έκφρασης ενεργούς αλληλεγγύης και παροχής βοήθειας, θρησκεία, φιλοσοφία.
Κατανόηση, η διάθεση να καταλάβουμε τον άλλον ή να εντρυφήσουμε σε κάποιο θέμα που απασχολεί την κοινότητα αλλά και η γνώση ως αυτοσκοπός.
Αυτοεκτίμηση, η απόκτηση δεξιοτήτων, εμπειρίας και ευκαιριών που βελτιώνουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό και παράλληλα δημιουργούν ακόμη και προϋποθέσεις για εύρεση μισθωτής εργασίας.
Αυτοπεποίθηση, το συναίσθημα το οποίο απορρέει από την ικανοποίηση που νιώθει κάποιος όταν αισθάνεται χρήσιμος και σημαντικός για την κοινότητα και αναγνωρίζονται οι δραστηριότητές του.
Αυτοβελτίωση, η απόδραση από προσωπικά αδιέξοδα με την παροχή υπηρεσιών ή την διάθεση ενεργητικότητας σε τρίτους.
Κοινωνικότητα, δηλαδή το αίσθημα του ανοίκειν αφού η συνεργασία και η προσφορά σε εθελοντική βάση διευκολύνει την κοινωνικοποίηση και συντελεί στην απόκτηση νέων γνωριμιών, φίλων και ενός προτύπου σωστής κοινωνικής συμπεριφοράς.


Οι Οργανώσεις της κοινωνίας των Πολιτών  ως παγκόσμια θεσμίζουσα δύναμη….

Η Κοινωνία των Πολιτών παρέχει κοινωνικά αγαθά αλλά και υπηρεσίες και αποτελεί σημαντικό παράγοντα κοινωνικού και πολιτικού συντονισμού. Συνυπάρχει, εξελίσσεται και αναπτύσσεται ως τρίτος πόλος ανάμεσα στις κυρίαρχες δομές του κράτους και της αγοράς δημιουργώντας νέα πεδία οικονομικής δραστηριότητας και απασχόλησης, παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες και κυρίως αναλαμβάνοντας σημαντικό ρόλο στο κοινωνικό/οικονομικό γίγνεσθαι ο οποίος διαρκώς αναβαθμίζεται, συμπληρώνοντας, αναπληρώνοντας  ή και υποκαθιστώντας το κράτος - προνοίας σε τομείς που εκείνο δεν θέλει, δεν γνωρίζει  ή δεν μπορεί να παρέμβει προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό προστιθέμενη αξία στο κοινωνικό κεφάλαιο.  Δεν αρκεί λοιπόν να προσδιοριστεί μόνον η μεγάλη ή η μικρή κλίμακα ανάπτυξης της Κοινωνίας Πολιτών, αλλά και ο ρόλος της στις κυρίαρχες κοινωνικές δομές, καθώς και η στάση του κράτους ως προς τον μη κερδοσκοπικό τομέα.

Η υλική βάση της ανάπτυξης της νέας καθολικότητας της κοινωνίας των πολιτών είναι τα μετρήσιμα μεγέθη της κοινωνικής οικονομίας  και της τάσης προς την πράσινη ανάπτυξη, που μπαίνει πλέον επίσημα στην πολιτική ατζέντα των ανεπτυγμένων χωρών. Αυτή η νέα υλική βάση της κοινωνικής οικονομίας, που διαρκώς μεγεθύνεται σε μια αμφίδρομη σχέση με το λεγόμενο «κοινωνικό κεφάλαιο», δημιουργεί και τις προϋποθέσεις αυτονομίας έναντι του κράτους.
Τρεις θεμελιακές έννοιες – αιτίες και κατακτήσεις ανθρώπινης γνώσης καθόριζαν πάντοτε ως κινητήριες δυνάμεις την ιστορική εξέλιξη, και την οικονομική κατάσταση των εκάστοτε κοινωνιών.
Το τρίπτυχο ενέργεια, οι τεχνολογίες και οι ιδεολογίες.
Η ενέργεια και οι τεχνολογίες ως υλικές κινητήριες δυνάμεις και οι ιδεολογίες ως καύσιμο της κίνησης των ιδεών και της κουλτούρας.
Οι τρεις αυτές έννοιες βρίσκονται σε άμεση αλληλεπίδραση στην ανάπτυξη της οικονομίας, και των κοινωνιών, από την εποχή της ανακάλυψης της φωτιάς και του μύθου Προμηθέα μέχρι σήμερα.
Σε πρακτικό επίπεδο το τρίπτυχο αυτό καθορίζει ακόμη και τον προσανατολισμό των επενδύσεων. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα που θα αναπτύξουμε παρακάτω.
Έχοντας κατά νου την επίδραση της ενέργειας, στην οικονομική κρίση έχει αποδειχθεί στην ιστορία ότι η εξάντληση των παραδοσιακών πηγών ενέργειας χωρίς την αντικατάσταση τους από νέες πηγές ενέργειας μπορεί να γυρίσει δραματικά τις εξελίξεις προς τα πίσω με τραγικές συνέπειες .
Αυτό συνέβη π.χ. με την εξάντληση των δασών στο τέλος της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στο γνωστό τότε κόσμο. Στην σημερινή εποχή μια τέτοια εξέλιξη ενεργειακής κρίσης φαντάζει εφιάλτης καθώς ολόκληρες περιοχές και συστήματα μπορούν να βυθιστούν στο σκοτάδι.
Συστήματα παραγωγής και μεταφορών, συστήματα ύδρευσης και υγείας.
Στο άμεσο μέλλον, χωρίς την άμεση μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ήπιες μορφές ενέργειας το επακόλουθο, της ενεργειακής κρίσης η κατάρρευση των συστημάτων, θα είναι ο χειρότερος εφιάλτης στην παγκόσμια κοινωνία, με αλυσιδωτές επιδράσεις και στην παγκόσμια οικονομία.
Αντιλαμβανόμαστε έτσι, ότι οι νέες τεχνολογίες ήσαν πάντοτε το κλειδί για το  πέρασμα από την εξάλειψη των παραδοσιακών μορφών ενέργειας σε νέες μορφές ενέργειας.
Αυτό έγινε λίγο πριν τη βιομηχανική επανάσταση με την ανακάλυψη του  ατμού και αργότερα με την ανακάλυψη του ηλεκτρισμού και της μηχανής εσωτερικής καύσης, τεχνολογίες που επέτρεψαν την άντληση και διύλιση πετρελαίου, και την θεαματική επέκταση παραγωγής για να διαμορφωθεί αυτό που λέμε σήμερα πολιτισμός της βιομηχανικής εποχής.
Αυτό που γίνεται και τώρα με τις τεχνολογίες και των ήπιων μορφών ενέργειας και ιδιαίτερα, της ηλιακής ενέργειας είναι ότι δίνουν τη δυνατότητα της μαζικής και οικονομικά βιώσιμης παραγωγής υδρογόνου, προς αντικατάσταση της ρυπογόνου ενέργειας και υπεύθυνης των κλιματικών αλλαγών- μια ενέργεια που εγγυάται την ομαλή μετάβαση στην μεταβιομηχανική εποχή.
Μόνον που σ’ αυτή τη μετάβαση υπάρχουν μεγάλες οικονομικές και πολιτικές αντιδράσεις.
Η γεωγραφική ισοκατανομή των ενεργειακών πόρων του πετρελαίου και φυσικού αερίου, είναι το σύνδρομο μια παγκόσμιας ιδεολογικής ηγεμονίας της οικονομικής ολιγαρχίας που για τη διατήρηση των προνομιών της θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο τον πλανήτη μέσα από ένα σύστημα εξουσίας που ελέγχεται την απόλυτη κερδοσκοπία και την λεγόμενη οικονομία καζίνο.
Ο εκδημοκρατισμός της ενέργειας όχι μόνο σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά και με την έννοια της κοινωνικοποίησης της τεχνολογίας των ήπιων μορφών ενέργειας, όπως είναι η ηλιακή ενέργεια είναι η μοναδική λύση για έγκαιρη αντιμετώπιση του ριζικού προβλήματος για την ανθρωπότητα.
Ο εκδημοκρατισμός λοιπόν, και η βαθμιαία κοινωνικοποίηση της ενέργειας είναι λύδια λίθος της μετάβασης όχι μόνον σ’ ένα βιώσιμο σύστημα αλλά και δικαιότερης ανακατανομής του εισοδήματος αφού παραγωγός της ενέργειας μπορεί να γίνει μ’ αυτό τον τρόπο η τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά και διάφορες εταιρείες κοινωνικού και τοπικού χαρακτήρα. Σε αυτό το επίπεδο τα κοινωνικά δίκτυα σε συνεργασία με την τοπική Αυτοδιοίκηση μπορούν να γίνουν προπομπός του εκδημοκρατισμού της ενέργειας.
Στην παρούσα ιστορική φάση, η δικαιότερη κατανομή των ενεργειακών πόρων δεν είναι μόνον ζήτημα ηθικής επιταγής αλλά και τρόπος αντιμετώπισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης- και της φτώχειας ως απειλής που εκδηλώνεται αυτές τις μέρες στη μητρόπολη του συστήματος στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα με το φάσμα της πτώχευσης.
Αυτό, βέβαια φέρνει και την ιδεολογική κατάρρευση από τη μία μεριά του φονταμενταλισμού της αγοράς και του φονταμενταλισμού του κράτους από την άλλη ως ακραίων ιδεολογημάτων που επεβλήθησαν από τις πολιτικές ολιγαρχίες έστω κι αν αυτές παρουσιάζονταν με δημοκρατικό προσωπείο.
Ποιος μπορεί πλέον να πιστέψει στα σοβαρά ύστερα από την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος που παρατηρείται στις μέρες μας ότι μπορεί να κοιμόμαστε ήσυχοι αφήνοντας τις τύχες της ανθρωπότητας στην αυτορρύθμιση της αγοράς; Αλλά ποιος μπορεί επίσης να πιστέψει στο βαρύ απόλυτο «κράτος πρόνοιας» που φαντάζει ανήμπορο στις επερχόμενες «σεισμικές» δονήσεις της οικονομίας.
Η λύση δεν είναι απλά η σύνθεση μιας μεικτής οικονομίας, κράτους και αγοράς, αλλά η σύνθεση κράτους αγοράς, και κοινωνικής οικονομίας των ενεργών πολιτών, για την αυτορρύθμιση της προνοιακής πολιτικής.
Κι αυτό συνιστά μια νέα ιδεολογία. Των ενεργών πολιτών και των δικτύων που παρεμβαίνουν ενεργά σε θεμελιακά ζητήματα ενεργειακής, οικολογικής και οικονομικής πολιτικής.
Tο μήνυμα είναι να μην περιμένουμε λύσεις μόνον από το κράτος και τις κυβερνήσεις. Η λύση βρίσκεται στον εκδημοκρατισμό της ενέργειας και τους ενεργούς πολίτες της οικοανάπτυξης.

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Τα οικονομικά της αλληλεγγύης, μέσα από μια πολυεπίπεδη δραστηριότητα σε όλο τον κόσμο της κοινοτικής παραγωγής και του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, είναι η βάση της αυξανόμενης ισχύος της κοινωνικής οικονομίας και αναδιανομής του εισοδήματος προς τα κάτω.

«O Euclides Andrι Mance επευφημεί ένα νέο τρόπο παραγωγής, που επεκτείνεται σαν κομμάτι μιας επανάστασης των δικτύων και υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να σχηματίσει την υλική βάση για νέες μεταβατικές κοινωνίες».

Η Νέα Καθολικότητα της κοινωνίας των πολιτών κινητοποιεί μ’ αυτόν τον τρόπο εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Γνωρίζουμε λίγα για την πολυεπίπεδη έκτασή της. Ξέρουμε, όμως, ότι στο επίπεδο της βάσης των κινητοποιήσεων, της οργάνωσης και της λαϊκής της εκπαίδευσης, βρίσκονται χιλιάδες κινήματα και εκατομμύρια άνθρωποι που έχουν αρχίσει να υφαίνουν συνεργατικά δίκτυα οικονομικής αλληλεγγύης, να δημιουργούν διαύλους επικοινωνίας που έχουν το δυναμικό να φέρνουν κοντά και να ενδυναμώνουν τοπικούς και παγκόσμιους αγώνες, είτε για το περιβάλλον είτε για την αντιμετώπιση της φτώχειας.

Όλα αυτά τα φαινόμενα έμοιαζαν, πριν μία δεκαετία, νησίδες στον ωκεανό της αγοράς, σήμερα, όμως, καταλαμβάνουν μία τεράστια έκταση, που κανείς - πολιτικός ή μη - δεν μπορεί να αγνοήσει.

Αναγνωρίζοντας τη σημερινή πραγματικότητα, αρκετά ευρωπαϊκά έθνη υπερηφανεύονται ότι σήμερα το δικό τους επίπεδο απασχόλησης στο «μη κερδοσκοπικό τομέα» υπερβαίνει εκείνο των Η.Π.Α.. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, που έχουμε μία πενταετία πριν, στην Ολλανδία, το 12,6% της συνολικής επί πληρωμή απασχόλησης αντιστοιχεί στο μη κερδοσκοπικό τομέα. Στην Ιρλανδία το 11,5% όλων των εργαζομένων απασχολείται στο μη κερδοσκοπικό τομέα επίσης, και στο Βέλγιο αυτό το ποσοστό είναι 10,5%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το 6,2% του εργατικού δυναμικού απασχολείται στο μη κερδοσκοπικό τομέα και στη Γαλλία και τη Γερμανία αυτό το ποσοστό είναι της τάξης του 4,9%. Η Ιταλία έχει περισσότερες από 220.000 μη κερδοσκοπικές οργανώσεις και ο μη κερδοσκοπικός τομέας μετρά πάνω από 630.000 πλήρως απασχολούμενους εργαζόμενους.

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι, σε δέκα ευρωπαϊκές χώρες που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία εσόδων, οι αμοιβές για παροχή υπηρεσιών και προϊόντα ισοδυναμούσαν με το 33-50% του εισοδήματος στο μη κερδοσκοπικό τομέα, ανάμεσα στο 1990 και στο 1995.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, στις είκοσι δύο χώρες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία, το 49% των εσόδων του μη κερδοσκοπικού τομέα προέρχεται από αμοιβές για υπηρεσίες και προϊόντα. Στις Η.Π.Α., το 57% όλων των εσόδων του μη κερδοσκοπικού τομέα προέρχεται επίσης από αμοιβές για υπηρεσίες και προϊόντα. Το μερίδιο των κονδυλίων από τη φιλανθρωπία και από το δημόσιο, ωστόσο, έχει μειωθεί σε πολλές χώρες, διαλύοντας έτσι τον επί μακράν καλλιεργούμενο μύθο ότι ο μη κερδοσκοπικός τομέας εξαρτάται από την κυβέρνηση ή από την ελεημοσύνη των ιδιωτών.
Είναι βέβαιο ότι η συγκεντροποίηση κοινωνικού και οικονομικού κεφαλαίου στο μη κερδοσκοπικό τομέα θ’ αλλάξει πολύ περισσότερο στο μέλλον τα οικονομικά δεδομένα. Είναι βέβαιο ότι η συγκεντροποίηση κοινωνικού και οικονομικού κεφαλαίου στο μη κερδοσκοπικό τομέα θ’ αλλάξει πολύ περισσότερο στο μέλλον τα οικονομικά δεδομένα.

Αυτό που παρατηρεί ο RIFKIN στο βιβλίο του «το Ευρωπαϊκό Όνειρο» είναι ότι οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών δίνουν τη δύναμη στους πολίτες να διεκδικήσουν τα συμφέροντά τους, σ’ έναν κόσμο όπου οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις πιθανότατα δεν πρόκειται να τα φροντίσουν.

Οι ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών υποστηρίζουν ότι η υπερβολική στήριξη στην απορυθμισμένη παγκόσμια αγορά έχει οδηγήσει στην αχαλίνωτη καπιταλιστική απληστία και εκμετάλλευση και έχει μειώσει τον παραδοσιακό ρόλο της κυβέρνησης ως παράγοντα αναδιανομής και πάροχο ουσιαστικών κοινωνικών υπηρεσιών.
Οι συγγραφείς της μελέτης του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς, όπου επισημαίνεται η μεγάλη αύξηση των θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, συμπεραίνουν ότι η επιτυχία τους πρέπει να αποδοθεί στην ικανότητά τους να γεμίζουν το κενό που αφήνει η αποτυχία της αγοράς και της κυβέρνησης.
Σύμφωνα με τις παραπάνω  διατυπώσεις, το κοινωνικό κεφάλαιο στην σύγχρονη οικονομία είναι μία θεμελιώδης αξία που διαμορφώνουν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα κοινωνικά δίκτυα, οι θεσμοί αλληλεγγύης και οι φορείς της μη κερδοσκοπικής οικονομίας.

Η κοινωνία των πολιτών, παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες, καταλαμβάνει ολοένα και πιο αυξανόμενο ρόλο στην οικονομία και κοινωνία. Συνυπάρχει, εξελίσσεται και αναπτύσσεται ως τρίτος πόλος ανάμεσα στις κυρίαρχες δομές της οικονομίας του κράτους και της αγοράς δημιουργώντας έτσι απασχόληση και εισοδήματα.
Δημιουργεί νέα πεδία οικονομικής δραστηριότητας και απασχόλησης.
Με την προσφορά υπηρεσιών των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, διαμορφώνεται, συγκροτείται και αναπτύσσεται το λεγόμενο κοινωνικό κεφάλαιο που είναι και η βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, καθότι συμβάλλει αποφασιστικά στην πράσινη και πολιτιστική επιχειρηματικότητα αλλά και στην κοινωνική αλληλεγγύη.

Αυτός ο χώρος της ανθρώπινης έκφρασης και δραστηριότητας, συγκροτεί τρεις βασικές αξίες του κοινωνικού κεφαλαίου: εμπιστοσύνη, συνεργασία, αλληλεγγύη και εμπνέεται από μετα-υλικές ανθρωπιστικές αξίες εθελοντικής προσφοράς για οικολογική και κοινοτική δράση.

Αυτές οι εκδηλώσεις κινητοποιούν ανθρώπινους πόρους και επιθυμίες που σε διαφορετική περίπτωση παραμένουν στάσιμοι και ανενεργοί.

Η καταλυτική δύναμη της οικολογίας και οι παγκόσμιες ανθρωπιστικές οργανώσεις
H φωτεινή και η σκοτεινή πλευρά.
                                                                                       
Οι οικολογικές Οργανώσεις της κοινωνίας των Πολιτών  σε παγκόσμιο επίπεδο μαζί με άλλες κατηγορίες ανθρωπιστικών Μ.Κ.Ο. έχουν αναγκάσει εθνικές κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς να μοιραστούν εξουσίες στην θεσμοθέτηση μέτρων για το περιβάλλον και την διάσωση των οικοσυστημάτων.
Μ’ αυτή την έννοια οι Ο.Κ.Π δεν αναγνωρίζονται μόνον ως θεσμικοί διαμεσολαβητές αλλά λειτουργούν καταλυτικά και στην διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας με περισσότερο περιβαλλοντισμό και  προγραμματισμό, στην διακυβέρνηση με αποτέλεσμα πολλές προσωπικότητες σήμερα της διεθνούς σκηνής να έχουν κάνει “σημαία” τους την οικολογία.
 Το μοίρασμα όμως, αυτής της θεσμίζουσας εξουσίας γίνεται μεταξύ των ελίτ της διαμεσολάβησης και οι θετικές επιπτώσεις δύσκολα φτάνουν σε τοπικό επίπεδο και στις τοπικές κοινωνίες που υφίστανται την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την φτώχεια. Εκεί οι οργανώσεις των πολιτών συνήθως κατακερματισμένες και χωρίς πόρους δίνουν άνισο αγώνα με τις δυνάμεις της εξουσίας και της ληστρικής εκμετάλλευσης φυσικών πόρων  -που είναι και η αντικειμενική αιτία για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Το ηθικό πλεονέκτημα για την σωτήρια της γης και των οικοσυστημάτων της.
Κάθε ιδεολογία και σύστημα αξιών επιβάλλεται με ένα ηθικό πλεονέκτημα.  Αυτό το ηθικό πλεονέκτημα έχει σήμερα η έννοια της οικολογίας.  Αναμφίβολα οι μεγάλες οικολογικές οργανώσεις, ακόμη και αν λειτουργούν ως ελίτ και χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες έχουν το μεγάλο ηθικό πλεονέκτημα απέναντι στα κράτη και τις επιχειρήσεις από το γεγονός ότι ειδικεύονται και υπερασπίζουν τη διάσωση οικοσυστημάτων και διάφορα έμβια είδη που απειλούνται με εξαφάνιση.
Αυτό το γενικό « ηθικό πλεονέκτημα »χωρίς όμως τη δημοκρατική συμμετοχή, έχει οδηγήσει πολλές μεγάλες Μ.Κ.Ο. στο χώρο της οικολογίας στην αυταρέσκεια και στην αλαζονεία να μονοπωλούν την εκπροσώπηση και να υποτιμούν τις εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες οικολογικές οργανώσεις, βάζοντας ταυτόχρονα εμπόδια στην συμμετοχική οικολογία και στην γνήσια εκπροσώπηση και κατ’ επέκταση στην αποτελεσματικότητα του συνολικού οικολογικού κινήματος.
Η επιλεκτική μάλιστα ακτιβιστική δράση σε ορισμένα μόνον από τα απειλούμενα είδη- ενώ απειλείται όλη η γη από την οικολογική καταστροφή, μεγάλη απόσταση έχει από μια συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Ωστόσο, η μονοπώληση της αντιπροσώπευσης και της εξουσίας από ορισμένες ελίτ της οικολογίας ασφαλώς σημαίνει και τη άντληση της μερίδας του λέοντος από τους διαθέσιμους πόρους για την οικολογία.
Είτε αυτοί προέρχονται από το κράτος είτε από τις μεγάλες επιχειρήσεις
μέσω της λεγόμενης κοινωνικής εταιρικής ευθύνης. Και εδώ βέβαια βρίσκεται η πηγή του προβλήματος της “μονοπωλιακής” αντίληψης για τον έλεγχο της οικολογίας.
Η φωτεινή και η σκοτεινή πλευρά.
Έχουμε λοιπόν την φωτεινή πλευρά της οικολογίας που κινητοποιεί εθελοντικές δυνάμεις ενεργών πολιτών που στηρίζουν τις καμπάνιες και τον ακτιβισμό για οικοπροστασία αναγκάζοντας κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να αναγνωρίσουν πολιτικές προστασίας για το περιβάλλον. Και από την άλλη πλευρά έχουμε την  συγκέντρωση εξουσίας, το δημοκρατικό έλλειμμα και η αδιαφάνεια στο χώρο της οικολογίας. Έτσι ταυτόχρονα με την αναγνώριση ενός ελπιδοφόρου κινήματος πολιτών για την οικολογία, είμαστε μάρτυρες ενός αγοραίου φαινομένου διαφήμισης και μόδας προστασίας μόνον ορισμένων ειδών του ζωικού βασιλείου. Και εδώ κλείνει ο κύκλος της αναγνωρισιμότητας.  Πρόκειται έτσι για μια απολιτική οικολογία που σνομπάρει το κράτος, τα κόμματα και τον συνδικαλισμό, ενώ λειτουργεί πιο αντιδημοκρατικά από τα κόμματα και το κράτος και δεν λογοδοτεί πουθενά, προβάλλοντας μόνο το ηθικό πλεονέκτημα της οικολογίας (ως πνευματική ιδιοκτησία) επιδιώκοντας το πολιτικό αποκλεισμό στις χιλιάδες μικρές ΜΚΟ.  Έτσι εξηγείται γιατί ο πολύς κόσμος είναι επιφυλακτικός και καχύποπτος προς τη μη κυβερνητικές οργανώσεις (Μ.Κ.Ο.) εν γένει, όταν η δυνατότητα διάκρισης του αυθεντικού από το επίπλαστο δεν είναι εμφανής.
Και βέβαια έχουν ακουστεί πολλά και όχι πάντοτε άδικα για το πώς χρηματοδοτούνται και με ποιες σκοπιμότητες πολλές Μ.Κ.Ο. όπου μεγάλες επιχειρήσεις, εξαγοράζοντας περιβαλλοντική συναίνεση έναντι άλλων αψηφούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις στον σύγχρονο παγκόσμιο ανταγωνισμό. Σ’ ένα κόσμο που παρεπιπτώντος μετράει πολύ η εικόνα της κοινωνικής εταιρικής ευθύνης.
Το περίεργο σε αυτό που συμβαίνει και στην χώρα μας είναι, ότι τα τελευταία χρόνια για την αποτροπή της επέκτασης των ρυπογόνων μορφών ενέργειας, λιθάνθρακα, μπροστά στους αγώνες βρέθηκαν εκατοντάδες μικρές περιβαλλοντικές Μ.Κ.Ο. και οργανώσεις πολιτών, ενώ την “δόξα” και τους πόρους τους απορροφούν οι πολύ μεγάλες Μ.Κ.Ο. μαζί με τις καμπάνιες που κάνουν εταιρικά στα μίντια. Αυτό συμβαίνει πάντοτε επιλεκτικά και με “επίλεκτους” χορηγούς της διαφήμισης.

Η διαύγαση
Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με δυο βασικές κατηγορίες στο χώρο της οικολογίας. Τις Μ.Κ.Ο. των ελίτ που θεωρούν την οικολογία πνευματική τους ιδιοκτησία και λειτουργούν συγκεντρωτικά ως μονοπωλιακές επιχειρήσεις, και αποδοκιμάζουν την συνεργασία με τις μικρότερες ελέγχοντας επικοινωνιακά το σύστημα.
Και τις μικρομεσαίες περιφερειακές και τοπικές Μ.Κ.Ο. που από το μέγεθος τους και την σύνδεση τους με τις τοπικές κοινωνίες των ενεργών πολιτών είναι διαθετιμένες να λειτουργήσουν πιο συμμετοχικά και πιο δημοκρατικά ώστε να κινητοποιήσουν ένα ευρύτερο κοινωνικό κεφάλαιο στο πλαίσιο της ανοικτής διάχυσης της γνώσης. Οφείλουμε ωστόσο να διευκρινίσουμε ότι  ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι απόλυτος, γιατί υπάρχουν μεγάλες οργανώσεις και στελέχη τους που συμμερίζονται την ανάγκη συντονισμού και συνεργασίας σε διεθνή και περιφερειακή κλίμακα. Γι’ αυτό στις προθέσεις μας δεν είναι μια κριτική συλλήβδην των μεγάλων Μ.Κ.Ο. αλλά καταλογισμός της ευθύνης εκεί που εντοπίζεται η κύρια αιτία των αντιθέσεων. Όσοι όμως πιστεύουν στο συντονισμό και την συνεργασία οφείλουν να το αποδείξουν στη πράξη. Ο δημοκρατικός διάλογος και στο χώρο της οικολογίας απαιτεί την λογική σχέση λόγων και πράξης.

Οι επαγγελματίες και οι εθελοντές στο χώρο της οικολογίας.
Αυτό που μπερδεύει τα πράγματα και οφείλουμε να λάβουμε υπόψιν είναι ότι στο χώρο της οικολογίας υπάρχουν πλέον δυο κατηγορίες δρώντων υποκειμένων. Οι επαγγελματίες οικολόγοι και εθελοντές. Το ίδιο όπως συμβαίνει και στην πολιτική, που έχουμε επαγγελματίες πολιτικούς και πολίτες.
Οι πρώτοι προσφέρουν επιστημονική, τεχνοκρατική και οργανωτική ειδίκευση που ασφαλώς είναι απαραίτητοι και οι δεύτεροι το κοινωνικό κεφάλαιο συμμετοχής και σημαντικό μέρος οικονομικής ενίσχυσης που επίσης είναι αναγκαία συνθήκη, με τη διαφορά ότι οι πρώτοι μέσα από το ολιγαρχικό σύστημα που επικρατεί θέλουν να είναι “ηγεμόνες” της οικολογίας.
Όταν υπάρχει μια ισορροπία δύναμης στα κέντρα λήψης των αποφάσεων και στις επιλογές, τότε μπορούμε να μιλάμε για οργανωμένο δημοκρατικό οικολογικό κίνημα.
Όταν ηγεμονεύουν οι επαγγελματίες και οι ειδήμονες στην καλύτερη περίπτωση δεν μπορούμε να έχουμε τίποτε περισσότερο από μια πράσινη αγορά μέσα στη ευρύτερη αγορά υπό τον έλεγχο των “μονοπωλίων” μ’ότι αυτό συνεπάγεται.
Αντικειμενικά δεν θα πρέπει να απορρίπτει κανείς τον δυναμισμό της αγοράς στην προώθηση της πράσινης επιχειρηματικότητας. Αλίμονο όμως εάν οικολογία υποκύψει πλήρως στις ανεξέλεγκτες και τυφλές πολιτικά δυνάμεις της αγοράς.
Τότε ακόμη κι αυτός ο πολιτικός καταλύτης της οικολογίας για ένα βιώσιμο κόσμο κινδυνεύει να εξουδετεροποιηθεί, και να καταλήξει όπως οι θρησκείες με το ιερατείο από μια μεριά και τους πιστούς από την άλλη να προσδοκούν μόνον την σωτηρία της ψυχής. Εδώ όμως πρόκειται για κάτι τελείως υλικό την σωτηρία της γης που δε γίνεται ασφαλώς με ικεσίες και ψαλμωδίες.
Το παιχνίδι με την μιντιακή εξουσία.
Οι επαγγελματίες και ειδήμονες στις μεγάλες Μ.Κ.Ο. που βλέπουν το χώρο της οικολογίας ως μέτοχοι πνευματικής ιδιοκτησίας, έχουν αντιληφθεί την δυναμική της νέας «αγοράς» περιβαλλοντικής ευαισθησίας και κάνουν παιχνίδι με την μιντιακή εξουσία, συνήθως προς ίδιον όφελος.
Σ’ αυτήν την συναλλαγή προωθούνται μόνον πρόσωπα, πράσινα προϊόντα και ιδέες που φέρνουν άμεση ανταλλαξιμότητα και φυσικά κέρδη, αλλά το γεγονός ότι τα κέρδη είναι μόνον για τους λίγους και δεν αφήνουν περιθώρια κοινωνικής συμμετοχής, είναι ένα ζήτημα για δημόσια κριτική γιατί η οικολογία εάν καταλήξει μόνον σε κερδοσκοπική επιχείρηση θα χάσει ένα μεγάλο μέρος από την ουσία της.
Το διαδίκτυο «σπάει» το μονοπώλιο.
Το παιχνίδι για την συμμετοχική οικολογία θα είχε ήδη χαθεί εάν δεν υπήρχε μια απρόσμενη «σύμμαχος», η τεχνολογία για τους πολλούς. Το διαδίκτυο ως επικοινωνιακό εργαλείο για όλους, και όχι μόνον για την ελίτ. Ο νέος κόσμος του internet προσφέρει ατελείωτες δυνατότητες sites, on-line εφημερίδες και επικοινωνιακές συχνότητες, όπου ακόμη και η πιο μικρή Μ.Κ.Ο. και κάθε μεμονωμένος ακτιβιστής μπορεί να εκπέμψει μήνυμα που θα βρει αποδεκτές.
Το πρόβλημα εδώ είναι το χάος και ο ωκεανός των πληροφοριών μέσα στο οποίο χάνεται ο χρήστης, και ανάγκη για συγκέντρωση και ανοικτή κωδικοποίηση πληροφοριών που μπορεί να γίνει μόνο με θεματικές πύλες. (portal). Από αυτό το σημείο πρέπει να ξεκινήσει η συνεργασία και η κοινοπραξία των Μ.Κ.Ο. για το περιβάλλον προς όφελος όλων.
Απόδειξη για του λόγου το αληθές είναι ο εσωτερικός τρόπος λειτουργίας στη διοίκηση της συντριπτικής λειτουργίας των επαγγελματικών Μ.Κ.Ο. στη διοίκηση όπου τις αποφάσεις τις παίρνουν μόνον οι επιχειρηματίες του είδους και οι εθελοντές δεν έχουν καθόλου λόγο. Στο προσανατολοσμό της δράσης οι επιχειρηματίες βέβαια καρπώνονται την προστιθεμένη αξία της προφοράς υπηρεσιών των εθελοντών κι αυτό θολώνει ακόμη περισσότερο το τοπίο.

Η κινητοποίηση για την οικοπροστασία
που οδηγεί στην πράσινη οικονομία

Φαινομενικά αυτή την περίοδο η οικολογία δεν έχει εχθρούς. Κανείς στα λόγια δεν αντιτίθεται στο αίτημα για πράσινες πόλεις την μείωση των ρύπων, και της ρυπογόνου ενέργειας. Στην πράξη όμως υπάρχουν πολλά αντιτιθέμενα συμφέροντα που χρησιμοποιούν μάλιστα τεχνοκράτες και ειδήμονες για να αποτρέψουν τον περιορισμό των ρύπων.
Η κινητοποίηση των πολιτών με αίτημα την οικοπροστασία από τους ρύπους και το πρασίνισμα των πόλεων οδηγεί στην πράσινη οικονομία τις πράσινες προμήθειες, τα πράσινα επαγγέλματα και όλη αυτή η διαδικασία μπορεί να δώσει την υλική βάση για περισσότερη περιβαλλοντική ευαισθησία και ενίσχυση της οικολογικής πολιτικής μέσα στα κόμματα και φορείς της εξουσίας.

Η κοινωνική και πράσινη οικονομία στο χώρο της αγοράς  και της αγοράς εργασίας.
Οι κυβερνήσεις και τα κόμματα με αρκετή καθυστέρηση ανακαλύπτουν ότι η πράσινη οικονομία, στην μη κερδοσκοπική κοινωνική οικονομία, και διαδικτυακή επικοινωνία και οικονομία. Για ορισμένους εισάγονται « καινά δαιμόνια » στο πλαίσιο της κυρίαρχης αγοράς. Προσφέρονται δωρεάν πληροφορίες και κάποιες δωρεάν υπηρεσίες, που “τρελαίνουν” το σύστημα πνευματικής ιδιοκτησίας.Το διαδίκτυο εξελίσσεται σ’ ένα δωρεάν ανοικτό πανεπιστήμιο σ’ όσους θέλουν να  το χρησιμοποιήσουν συστηματικά. Για πρώτη φορά υπάρχει έτσι η προοπτική για δωρεάν παιδεία και επιμόρφωση. Τεράστιες βιβλιοθήκες και βιβλία στα οποία έχουν λήξει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας προσφέρονται δωρεάν, βλέπε wikipedia. Η ίδια τεχνολογία του διαδικτύου προσφέρει δωρεάν λογισμικό.
Η επιστημονική γνώση της οικολογίας και της πράσινης επιχειρηματικότητας δεν μπορεί να είναι εμπορικό μυστικό των λίγων.
Μπορεί να γίνει εφόδιο για πολλούς να παράξουν και να διακινήσουν οικολογικά προϊόντα  και υπηρεσίες, και να δημιουργήσει νέες θέσεις απασχόλησης.

Το αντίδοτο στο μονοπώλιο της « αλήθειας » και την συγκέντρωση της εξουσίας στο χώρο της οικολογίας.
Υπάρχει λοιπόν το αντίδοτο στο μονοπώλιο της επιστημονικής « αλήθειας » για κάθε θέμα που απασχολεί για το περιβάλλον και την κοινωνία.
Το αντίδοτο είναι οι κοινοπραξίες των Μ.Κ.Ο. σε κάθε επίπεδο, περιφερειακό και τοπικό, όπως κοινοπραξία είναι πολλά portal και wikipedia στο ίντερνετ. Η συγκέντρωση ενός νέου ψηφιακού περιεχομένου με δημιουργικές δράσεις για το περιβάλλον.
Η κοινοπραξία των μικρομεσαίων οργανώσεων της κοινωνιίας πολιτών
Οι χιλιάδες μικρομεσαίες Μ.Κ.Ο. για το περιβάλλον μπορούν να σχηματίσουν θεματικές κοινοπραξίες με επικοινωνιακό και οικονομικό περιεχόμενο γεγονός που θα τους επιτρέψει να εισάγουν οργανωτικές και επιχειρηματικές καινοτομίες εκεί που η παραδοσιακή αγορά αδυνατεί να αντιληφθεί ως προτεραιότητες.
Για παράδειγμα οι πράσινες στέγες στις μεγαλουπόλεις είναι μια σημαντική ιδέα για την πράσινη επιχειρηματικότητα που βρίσκεται στο ξεκίνημα της από πρωτοβουλίες των Μ.Κ.Ο. στην Αττική.
Το ίδιο σημαντικές και με πρωτοβουλίες για την ανακύκλωση. Μεγάλη κινητοποίηση υπάρχει επίσης για τα βιολογικά προϊόντα.
Σε κάθε περίπτωση οι οικολογικές οργανώσεις αναδεικνύονται προπομπός της πράσινης επιχειρηματικότητας.
Για όλα αυτά τα θέματα είναι σκόπιμο και επωφελές  για όλους ένα συνέδριο για την συμμετοχική οικολογία.


Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Η Ε.Ε. είναι η πρώτη κυβερνητική διακρατική  οντότητα που αναγνώρισε επίσημα τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ως ισότιμους συνέταιρους στα δίκτυα δημόσιας πολιτικής, προφανώς γιατί μέσα από αυτές τις οργανώσεις προωθείται μια άλλη συναίνεση και η κοινή ευρωπαϊκή κουλτούρα έναντι του εθνικισμού.

Κάνοντας χώρο για ένα νέο πολιτικό συνέταιρο, οι υπερεθνικές οντότητες, όπως τα Ηνωμένα Έθνη και η Ε.Ε., είναι οι πρώτοι θεσμοί που αναγνώρισαν το ρόλο των Μ.Κ.Ο. Βέβαια, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν ασκήσει πιέσεις για να αντιπροσωπευτούν ευρύτερα σε κάθε χώρα και στους παγκόσμιους θεσμούς, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει, έτσι, την κοινωνία των πολιτών ως «τρίτη συνιστώσα» στη διακυβέρνηση της Ένωσης, θεωρώντας ότι εκτελεί μια «ενδιάμεση λειτουργία μεταξύ του κράτους, των αγορών και των πολιτών». Κατανοείται όλο και περισσότερο ότι η ίδια η επιτυχία της Ε.Ε., ως νέου είδους ρυθμιστικού κράτους, εξαρτάται σημαντικά από το πόσο αποτελεσματικές θα είναι οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στην αντιπροσώπευση των συμφερόντων των πραγματικών εκλογικών σωμάτων, τα ενδιαφέροντα των οποίων εκτείνονται πέρα από τα τοπικά, περιφερειακά, εθνικά σύνορα, ακόμη και από τα σύνορα της Ε.Ε.

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών φέρνουν την αληθινή «συμμετοχική δημοκρατία» στη διαδικασία της διακυβέρνησης και έτσι γίνονται κρίσιμοι παίκτες στο νέο πολιτικό πείραμα. Οι αξιωματούχοι κατανοούν ότι χωρίς τη δραστήρια και πλήρη συμμετοχή τους, η Ε.Ε. είναι πιθανό να αποτύχει. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ε.Ε. παρατήρησε ότι «μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση είναι να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών».

Οι συντάκτες του Ευρωσυντάγματος έχουν υιοθετήσει την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας, ως συμπλήρωμα, επέκταση και εμβάθυνση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αλλά αυτό γίνεται περισσότερο στο θεωρητικό επίπεδο των δικαιωμάτων.

Το άρθρο Ι-47 της Συνθήκης καθορίζει σαφώς ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υποχρεούνται να προωθούν τη συμμετοχική δημοκρατία. Μεταξύ άλλων, πρέπει:
- Να δίνουν στους πολίτες τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν και να δημοσιοποιούν απόψεις, σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης.
- Να διατηρούν διαφανή και τακτικό διάλογο με αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών.
- Η ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεούται να διεξάγει διαβουλεύσεις με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να διασφαλίζονται η διαφάνεια και η συνοχή των δράσεων.

Το ίδιο Άρθρο, δίνει δικαίωμα σε ομάδες πολιτών, εφόσον συγκεντρώνουν υποστήριξη από ένα εκατομμύριο πολίτες, να απαιτούν από την Επιτροπή να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία θεωρούν ότι απαιτείται δράση.

Το Άρθρο Ι-50 υποχρεώνει τα όργανα της Ένωσης να διεξάγουν τις εργασίες τους με πλήρη διαφάνεια. Το ίδιο άρθρο διασφαλίζει στον πολίτη δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Ένωσης.

Η Συνθήκη αναγνωρίζει, με τον πλέον επίσημο τρόπο, ότι μεταξύ κράτους και αγοράς υπάρχει ένας τρίτος θεσμικός χώρος, ο οποίος ορίζεται από την κοινωνία των πολιτών. Με την ενθάρρυνση της εμπλοκής του πολίτη σε δημόσιους, ιδιωτικούς και κοινωφελείς θεσμούς, επιδιώκεται η μείωση του ευρωπαϊκού δημοκρατικού ελλείμματος και η έξοδος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από τη σημερινή κρίση.
 Η συμμετοχική δημοκρατία ως διαδικασία και η εμπλοκή των πολιτών ως κινητήρια δύναμη, μπορούν να συμβάλουν καταλυτικά στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και την επίτευξη των μακροχρόνιων πολιτικών και οικονομικών στόχων της Ενωμένης Ευρώπης. Έστω και αν η Συνθήκη τελικά ναυαγήσει, θα πρέπει να εξευρεθούν τρόποι υλοποίησης των προνοιών της για τη συμμετοχική δημοκρατία.
Όλα αυτά σημαίνουν ακόμα μια προϋπόθεση και μια επικοινωνιακή δυνατότητα στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να πιέσουν για προοδευτικές εφαρμογές της συμμετοχικής δημοκρατίας.





Παρατηρητήριο Ο.Κ.Π
Βασίλης Τακτικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου